Θηραϊκές Τελετουργίες: Εκθέσεις σε Σαντορίνη και Αθήνα



Η έκθεση “Θηραϊκές Τελετουργίες”, φιλοξενήθηκε το καλοκαίρι του 2025 στο Βιομηχανικό Μουσείο Τομάτας “Δ. Νομικός”, στην Βλυχάδα Σαντορίνης και τον χειμώνα του 2025 στην ιστορική αίθουσα του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός», Πλατεία Αγίου Γεωργίου Καρύτση, στην Αθήνα.

Η έκθεση περιελάμβανε δέκα πέντε (15) υδατογραφίες, εμπνευσμένες  από τις παραδοσιακές τελετουργίες των κατοίκων της Σαντορίνης, στο πρόσφατο παρελθόν της, με σκηνές από την αγροτική παραγωγή, την ναυτιλία, την θρησκευτική ζωή, τις βιομηχανικές εγκαταστάσεις, την οικιακή οικονομία, καθώς και τις κοινωνικές εκδηλώσεις, τα πανηγύρια, τα γλέντια, τις παρελάσεις κ.λ.π., καθώς και κάποιες παλαιότερες υδατογραφίες, από την σειρά «Σελασφόρος Αύγουστος»,  που αναπαριστούν σκηνές από τις τοιχογραφίες του Προϊστορικού Οικισμού του Ακρωτηρίου και αποτυπώνουν τους τελετουργικούς κύκλους της φύσης (θαλασσόκρινοι, κυανοπίθηκοι, αντιλόπες κ.λ.π.).

Στην έκθεση της Αθήνας στην αίθουσα του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός», εκτέθηκαν επίσης μία συλλογή σπάνιων φωτογραφιών από την Σαντορίνη του 1972, από το φωτογραφικό αρχείο του αρχιτέκτονα Κώστα Χατζηγιαννάκη, καθώς και συλλεκτικά αντικείμενα του Βιομηχανικού Μουσείου Τομάτας «Δ.Νομικός» και του Οινολογικού Εργαστηρίου της οινολόγου Μαρίας Τζίτζη.

Οι δύο αυτές εκθέσεις πραγματοποιήθηκαν υπό την αιγίδα του Δήμου Θήρας και εντάχθηκαν στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας “Σαντορίνη 2025: Έτος Ανάδειξης και Υποστήριξης της Αυθεντικότητας”.

Στην Αθήνα παρουσιάστηκε η έκδοση του εικαστικού ημερολογίου έτους 2026 με τίτλο «Σαντορίνη», το οποίο περιλαμβάνει δώδεκα έργα της εικαστικού, πρόλογο του  Δημάρχου Θήρας Νίκου Ζώρζου, και κείμενα των Νίκου Βατόπουλου, Λευτέρη Ζώρζου και Νίνας Γεωργιάδου και είναι δίγλωσσο (ελληνικά-αγγλικά, σε μετάφραση Γιώργου Γεωργιάδη).

Οι δύο αυτές εκθέσεις, πλαισιώθηκαν με διάφορες παράλληλες δράσεις, ξεναγήσεις και εκπαιδευτικά προγράμματα.


Θηραϊκές Τελετουργίες: Εκδηλώσεις



Στα πλαίσια της έκθεσης "ΘΗΡΑΪΚΕΣ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΕΣ" έγινε στις 23 Ιανουαρίου 2026 συνοδευτική εκδήλωση με θέμα: «Άγραφοι νόμοι και νοταριακά χειρόγραφα, μία άλλη ματιά προσέγγισης της ιστορίας και του πολιτισμού της Σαντορίνης». Στην εκδήλωση μίλησαν οι: Νίκος Βατόπουλος, δημοσιογράφος - συγγραφέας, Άρτεμις Χατζηγιαννάκη, συμβολαιογράφος - εικαστικός, Παρασκευή Μποζινέκη-Διδώνη, αρχιτέκτων, Δημήτρης Τσίτουρας, νομικός - εκδότης του Αρχείου Θηραϊκών Μελετών. Χαιρετισμό απηύθυνε ο Γενικός Γραμματέας του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός» κ. Μάκης Φωκάς. Παρατίθεται στη συνέχεια η ομιλία της Άρτεμης Χατζηγιαννάκη:

Αγαπητοί φίλοι σας καλωσορίζω στην έκθεση «Θηραϊκές Τελετουργίες». Αυτή την φορά θα σας διηγηθώ μία διαφορετική ιστορία, ένα παραμύθι που έγραψα, όχι σαν εικαστικός, αλλά με την άλλη ιδιότητά μου, του συμβολαιογράφου και το αφιερώνω πρωτίστως στους συναδέλφους μου, τους συμβολαιογράφους, τους δικηγόρους και σε όλο τον νομικό κόσμο, που τόσα χρόνια είναι και δικός μου κόσμος.

Νουδάρος στο Καστέλι του Πύργου

Πάει καιρός, από τότε που ο αρχιερέας και όλοι οι ιερείς και όλη η κοινότης εψήφισε τον Τζανέτο Σιγάλα για νοτάριο πούμπλικο του Καστελίου του Πύργου. Η Σαντορίνη είχε πέντε κοινότητες όλες και όλες, κάθε μια με το Καστέλι της, με τους δικούς της επιτρόπους και τους δικούς της νοτάριους. Το καστέλι του Πύργου, το Καινουργιόμπουργκο, έκλεινε μέσα στα τειχιά του εκκλησιές, στοές, σπίτια διώροφα και τριώροφα αλλά και σπίτια μικρά και φτωχικά, σφιχταγκαλιασμένα μεταξύ τους. Τα καστρόσπιτα κύκλωναν γύρω γύρω τον λόφο και οι τοίχοι τους, ψηλοί, με λιγοστά ανοίγματα και κολλημένοι ο ένας στον άλλον, σχημάτιζαν από μόνοι τους τα τειχιά (το εξωτερικό τείχος δηλαδή) του κάστρου. Είχαν στ’ ανώγι τους την σάλα και τις κάμαρες, στο κατώι το μαγειριό, το φουρναριό, το κελάρι, τις μαγατζάδες τους (τις αποθήκες δηλαδή) και τις γηστέρνες τους (τις στέρνες δηλαδή). Στην κορυφή η εκκλησιά της Παναγιάς με το τρανό καμπαναριό της αγνάντευε όλο το νησί. Στενά πλακόστρωτα ρυμίδια και σκάλες κατέβαιναν μέχρι την καστελόπορτα, που κλείδωνε με την δύση του ήλιου. Εκεί μέσα στο καστέλι, κάτω από τον Άη Γιάννη τον Θεολόγο, ο Τζανέτος είχε το δικό του αργαστήρι. Εκεί έρχονταν να τον βρουν οι χωριανοί για να κάνουν τις δουλειές τους. Σ’ ένα ξύλινο πάγκο άπλωνε τα χαρτιά και τα σύνεργά του, τα μελανοδοχεία, τα φτερά και το βαζάκι με την μαύρη άμμο για να στεγνώνουν τα γράμματα. Σε μία μεγάλη κασέλα φυλούσε όλα τα χαρτιά της νοταρίας, όχι μόνο τα δικά του, αλλά και των προγονεών του. Ο κύρης του, ο μισέρ Μανουήλ Σιγάλας ήταν και αυτός νοτάριος και την δουλειά την είχε μαθημένη από τον δικό του κύρη. Εκατό πενήντα χρόνια πίσω, ήταν όλοι τους νοτάριοι. Ακόμη βρίσκει μέσα στην κασέλα του τα κιτρινισμένα κατάστιχα με τις τζίφρες τους και τα νοταριακά σήματα εκείνης της εποχής.
Ο παραγιός του, ο Μικέλες της κυρά Μπαμπακίας, άνοιγε από το πρωί το αργαστήρι της νοταρίας και όταν έφτανε ο Τζανέτος του έδινε ραπόρτο, ποιος και γιατί τον είχε γυρέψει. Η Φιορέντζα της Μαρκετούσης είχε να κανονίσει γραφή για τα άσπρα (τα χρήματα δηλαδή) που δάνεισε στην Αντωνιά την Πανωμερίτισσα. Δυο χωριανοί, πέρασαν και βιάζονταν να του μιλήσουν για το αντίγι (την αλλαξιά, την ανταλλαγή δηλαδή) που ήθελαν να κάμουν στα χωράφια τους. Η Πελαγία, η δουλεύτρα του αφέντη μισέρ Νικολάκη Πουζέλη, πέρασε να παραγγείλει στο νοτάριο να ανέβει στο Κάστρο, γιατί ο κύρης της είναι βαριά αρρωστημένος και ζητάει να κάνει ευθύς την διαθήκη του. Και αν είχε ευκολία, μετά να περάσει και από την νοταρία του Ντομένικου Σαγρέδου, που έχουν να ξεδιαλύνουν την διαφορά, που τους είχαν βάλει για αλμπίτρους (κριτάδες δηλαδή). Δεν ήθελε να του χαλάσει χατήρι γιατί ο Ντομένικος Σαγρέδος ήταν σπουδαίος και τρανός, είχε σπουδάσει στην Ρώμη και ήξερε καλά τα φράγκικα, και γι’ αυτό τον είχαν για νοτάριο όλοι τους οι αφεντάδες. Ενώ εκείνος, μόνο τα ρωμέϊκα κατείχε.
Πήρε με βιάση την τσάντα του με τα χαρτιά και όλα τα χρειαζούμενα και κίνησε για το αρχοντικό του μισέρ Νικολάκη Πουζέλη. Όταν έφτασε και μπήκε στην μεγάλη σάλα, βρήκε τους υπόλοιπους να τον περιμένουν. Άπλωσε τα χαρτιά του και αφού ρώτησε τον κυρ Νικολάκη αν είναι αυτή η ύστερη βούλησή του, ξεκίνησε να γράφει: «Εις δόξαν Χρηστού, αμήν. Την σήμερον, ο κυρ Νικολάκης Πουζέλης, ασθενής κατά το σώμα, άμα δε έχων τους λογισμούς και τον νουν του υγειά, αλλά φοβούμενος το άδηλον του θανάτου μυστήριον μην έλθει και αρπάσει αυτόν, καθώς ο Κύριος ποτέ λέγει εν Ευαγγελίω, γρηγορείτε και προσεύχεστε ότι ου αν ήδετε την ημέραν, ουδέ την ώρα εν η ο θάνατος του ανθρώπου έρχεται, τούτου χάρη ο ρηθείς Νικολάκης Πουζέλης κάμνει σήμερον, έμπροσθεν αξιοπίστων μαρτύρων, την παρόν ορδινία και τεσταμέντο. Το οποίον θέλει να είναι πάντοτες φυλαμένο εις λόγος προς λόγον από τους κληρονόμους του, ωσάν και από πάσα άλλον άνθρωπον και εις πάσα άλλον τόπον. Και τινάς να μην έχει εξουσίαν να μπορεί να αλλάξει τίβοτις, ούτε να κάμει αλλέως παρά καθώς ορδινιάζει και γράφει εις ετούτο το ύστερόν του τεσταμέντο, μπροστά εις τους κάτωθεν αξιοπίστους και παρακαλετούς μάρτυρες. Και δια πρώτον ζητά συγχώρεσιν και συμπάθειον από πάσα έναν. Είναι θέλημα του Πλάστη να τον κράξει και να παραδώσει την κριματισμένη του ψυχή, αντάμα με το αστενισμένο του κορμί, να τα δεχτεί στην βασιλεία του ουρανού. Αφήνει γρόσια 1.500 να μοιραστούν, ευθύς μετά τον θάνατόν του εις λειτουργίας και ελεημοσύνες εις τους φτωχούς. Της ανιψιάς του Μαργαριτίου Αλαφούζου αφήνει τα σπίτια εις το Κοντοχώρι, με δύο σπηλιές και μία γηστέρναν και όσες προβιζιόνες (προμήθειες), συρμές και μομπίλιες (έπιπλα και σκεύη) ευρίσκονται εις τα αυτά σπίτια, καθώς τα περικλείει η εξώπορτα με όλα τους τα σπάτσια και τα δικαιώματα. Της αφήνει το αμπέλι εις την «Γαϊδουρόμαντρα» και ομοίως εις τα «Λακκώματα», αγρικώντας από πάνω από του νόθου Μαρινάκη έως κάτω του ποτέ Βασιλάκη Σορότου. Της αφήνει επίσης και μία ποσότητα κριθάρι, αρακά και φασόλια, που του χρωστάει κάποιος Βιτσέντζος, στον οποίον πούλησε ένα υνί και ένα φτυάρι. Τα ρουχικά όπου του ευρεθούν καθώς και τα μόμπιλε ήγουν καθέκλες να είναι της ανεψιάς του και των αδελφών της, των ανυπάντρων. Και όποιος ήθελε ευρεθεί δια να τους ενοχλήσει να έχει την κατάρα του. Διορίζει δε δια την ψυχήν του την ανιψιά του Μαργαρίτη, όπου να τον κηδεύσει κατά την Χριστιανικήν τάξη. Τούτη είναι η ύστερη αυτού θέληση και γνώμη. Αυτή η παρούσα διαθήκη θέλει έχει κάθε ισχύ και κύρος. Και αν ήθελε βρεθεί ετέρα διαθήκη, να είναι άκυρη ως χαρτί άγραφο, αλλά η παρόν να έχει κάθε ισχύ εν παντί κριτηρίω. Υπό παρακαλίας έγραψα τα άνωθεν εγώ ο νοτάριος πούμπλικος Τζανέτος Σιγάλας, πρεζέντε (παρουσία δηλαδή) των αξιοπίστων και παρακαλετών μαρτύρων Αντώνη Νομικού και Νικολάου Μπαρμπαρήγου.».
Είχε φτάσει πια απόγευμα, η ώρα του εσπερινού, όταν ο Τζανέτος περνούσε μπροστά από τον Άη Γιάννη τον Θεολόγο και κατηφόριζε προς το αργαστήρι του, να πάει να αφήσει την διαθήκη του κυρ Νικολάκη και μετά να γυρίσει σπίτι του, που τον περίμεναν οι γείτονές του ν’ αποσπερίσουν. Δεν του έμελλε όμως τέτοια τύχη. Εξω από το αργαστήρι τον περίμεναν δύο οικογένειες, οι γονείς της νύφης και του γαμβρού, μαζί και οι μάρτυρες, και έκαναν μεγάλη ταραχή και κοντραστία μέχρι να συμφωνήσουν για τα προικιά που θα δώσουν. Ο δύστυχος νοτάριος, έπρεπε να τους συνετίσει και χωρίς να χάσει χρόνο, να τους ετοιμάσει το προικοχάρτι, όπως το ήθελαν, αβίζο (με κοινοποίηση δημόσια δηλαδή), που να κολληθεί στους συνηθισμένους τόπους του Καστελίου και να βαλθεί και στην φανερή νοταρία του Τζανέτου, ώστε να φαίνεται σε κάθε καιρό της χρείας και να προειδοποιεί πόσα θα πληρώσει όποιος δεν ξετελέσει το προικοσύμφωνο και την υπανδρεία.
Και άρχισε να γράφει «Την σήμερον, ήρθαν σε συνοικέσιο υπανδρίας από το ένα μέρος ο κυρ Δημητράκης Γαβαλάς ομού με την συμβία του κυρά Μαργαρίτα Αλιφραγκή, από δε το έτερο μέρος ο σιορ Γιαννάκης Λαγκαδάς με γνώμη της συμβίας του και των συγγενών ολονών, και θέλει ο κυρ Δημητράκης και δίνει του υιού του, του πρωτότοκου, ονόματι Ιωάννη προς την θυγατέρα του σιορ Γιαννάκη άνδρα της νόμιμον και ευλογητικόν, καθώς ορίζει η Αγία του Χριστού εκκλησία της Νέας Ρώμης, ομοίως και ο σιορ Γιαννάκης δίνει την θυγατέρα του ονόματι Φιορέντσα και προικοτάζει η μία μεριά της άλλης και η άλλη της ετέρας. Και πρώτον και αρχή δίνει ο Δημητράκης με την συμβία του υιού τους, και των κληρονόμων όπου ήθελε κάνουν εκ της σαρκός αυτών, δίνει την ευχή τους και δύο εικόνες της Παναγίας και των Αγίων Πάντων, και να κάμει μία λειτουργία εις την μνήμη των. Του δίνει το αμπέλι το ονομαζόμενον «Ξυλοκερατιά» και το αμπέλι στην Καμένη Αλιγαριά, υπό τον όρο να απομένουν τα αμπέλια αυτά ακέραια, από πριμογέννητον εις πριμογέννητον (δηλαδή από πρωτότοκο σε πρωτότοκο). Δίνει και την Ποταμίδα, χωράφι ονομαζόμενον γεροντομοίρι (δηλαδή η μισή του σοδειά να πηγαίνει στον προικοδότη για να έχει να πορεύεται στα γεράματά του). Δίνει και το χωράφι στα Αργυρά, το οποίον να το έχει η μητέρα του έως φόρου της ζωής της και μετά τον θάνατό της να δίνει 100 γρόσια στους επιτρόπους για την θανή της. Ακόμη του δίνουν μία κάναβα με γη και στέρνα. Του δίνουν δύο κασέλες με τα ρούχα του, μία σιδεροκασέλα και μία μαρμερίσα (από αγριοβαμβακιά δηλαδή) και 200 γρόσια. Μία καναβέτα, ένα σεντούκι, ένα τραπέζι, ένα καναπέδο, ένα βουτσί κρασί τραβεντσέδο (ένα βαρέλι παλαιωμένο σαντορινιό κρασί κατάλληλο για εξαγωγή). Τούτα πάντα και την ευχήν τους να πορεύονται πάντα με πάσα αγάπη και ειρήνη. Το έτερο μέρος ο σιορ Γιαννάκης Λαγκαδάς με την συμβία του, του δίνει της θυγατρός τους. Πρώτον την ευχή τους, δύο εικόνες της Αγίας Τριάδος και του Αγίου Χαραλάμπους και να κάμουν μία αρτοκλασία της Αγίας Τριάδος. Τα σπίτια που σήμερα κάθονται με τα σπάτσια και τα δικαιώματά τους. Ακόμη, 1.000 γρόσια, 3 κασέλες, ένα τραπέζι με έξι καρέκλες, 4 φορεσιές ρούχα, 3 μεταξωτές και μία τσοχίτικα μέτρια μπινίσια (μπέρτα δηλαδή), 2 ζευγάρια σκουλαρίκια μαλαματένια, 2 λαιμούς μπουτόνια μαλαματένια, 3 δακτυλίδια μαλαματένια, 2 ζυγιές κουμπιά ασημένια, 1 ασημοπήρουνο, 2 τραπεζομάντηλα, 2 ντουζίνες πιάτα, 2 κρεβατοστρώσια φουρνίδια (με πλήρη εξοπλισμό δηλαδή) και ό,τι άλλη συρμή (οικοσκευή δηλαδή) έχει το σπίτιον, ακόμη το δώμα που είναι παλαίωμα, από πάνω από το σπίτι και το πλακωτό με της καπαριάς τον τοίχο, και το δρόμο, όπου αυλίζονταν τα σπίτια όπου της έδωσαν, να αυλίζονται δια πάντα, ακόμη να καταλύουσι νερό από την στέρνα όσο ζουν, ακόμη και ο τόπος, έξω από την εξώπορτα να είναι δικός τους. Ταύτα πάντα δίνουν με την ευχή τους, να τα χαίρεται η κόρη τους και να κάνουν καλήν συντροφίαν είς υπέρ του άλλου. Βάνουν όμως και την ακόλουθη κοντισιόνε (όρο δηλαδή), ότι δηλαδή, εάν ο Θεός να μην των δώσει και η θυγατέρα τους ήθελε αποθάνη άτεκνος, να στρέφονται ευθύς τα πράγματα εις τους πλέον πρόσιμούς της (τους εγγύτερους συγγενείς της δηλαδή). Εκτός μόνον, να είναι της δικής της εξουσίας 1.000 γρόσια. Αν κάποιος αλλάξει γνώμη και χαλάσει την υπανδρεία, πρέπει να πληρώσει για αλληλογία (για πρόστιμο δηλαδή, επειδή πάτησε τον λόγο του) 200 γρόσια, 100 στους επιτρόπους και 100 σ’ αυτόν που κράτησε την συμφωνία. Υπό παρακαλίας έγραψα τα άνωθεν εγώ ο νοτάριος πούμπλικος Τζανέτος Σιγάλας, πρεζέντε των αξιοπίστων και παρακαλετών μαρτύρων Γουλιέλμου Δακορώνια και Χρουσάκη Μαρκοτζάνε.».
Η βραδιά ήταν γλυκιά και η μισογεμάτη σελήνη έβαφε τα ρυμίδια του Κάστρου ασημένια. Όταν ο νοτάριος ανηφόρισε πια προς το σπίτι του, βρήκε τους γείτονές του να τον περιμένουν στο μαγατζέ του κυρ Γιακουμάκη. Λίγο κατσούνι δροσερό, 2-3 τομάτες, παξιμάδια μαύρα, τυρί που είχαν φέρει από την Νιό και ο μαστραπάς που ερχόταν και ξαναερχόταν γεμάτος από το γλυκόπιοτο σαντορινιό κρασί. Οι καπεταναίοι διηγούνταν ιστορίες για φουρτούνες και για καράβια αρματωμένα εις το κρούσος, που άραζαν εκεί σιμά, πίσω από τα νησιά τους τις Καημέναις. Ποιος δεν είχε ακούσει για το κρουσεμάτο από τον ποτέ αφέντη Ιωσήφ Φεδέλι Γενοβέζε καπετάνιο του καραβιού «Κοκόρδια» και τις ζημνίες που έκαμαν οι λεβέντες του στο μύλο του κυρ Νικολάκι Σιγάλα, έξω από το καστέλι του Πύργου; Πόσες φορές πέρα στα Χριστιανά κουρσάρικα καράβια αρματωμένα από την Μάλτα δεν έπιαναν και εκρούσευαν τα καΐκια, και σήκωναν τις γούμενες, τις μαΐστρες, τα άλμπουρα και τα άλλα τα αργάνια τους (τα εργαλεία δηλαδή), τα λάδια, τα χοιρομέργια, τα βαρέλια με το κρασί και το βινσάντο, μέχρι και τα ρούχα που φορούσαν οι ναυτικοί; Τελειωμό δεν είχαν όσα είχαν δει τα μάτια τους. Όμως, με το κρασί και την κουβέντα ξεχνούσαν τις έγνοιες και τα παθήματά τους. Μέχρι να περάσει η ώρα και να τραβήξει ο καθείς στο σπίτι του.

Ιανουάριος 2026
Άρτεμις Χατζηγιαννάκη

Βιβλιογραφία:

-«Σαντορίνη και Επανάσταση του 1821», για την ομώνυμη έκθεση που οργανώθηκε από την Θηραϊκή Εταιρεία Επιστημών, Γραμμάτων και Τεχνών, στο Βιομηχανικό Μουσείο Τομάτας «Δ.Νομικός», Εκδόσεις Καλλίστη, 2021.
-«Ρότα περ Όστρια» Καδιώ Κολύμβα, Εκδόσεις Αρμός, 2007.
-«Η Σαντορίνη στην τουρκοκρατία: κοινωνικές και οικονομικές πρακτικές στο πλαίσιο της οικογένειας», Μαρία Σπηλιωτοπούλου, Φιλοσοφική Σχολή Πανεπιστημίου Κρήτης, Εκδόσεις Πανεπιστημίου Κρήτης, 2005.
-«Πάνω μεριά του κόσμου» Καδιώ Κολύμβα, Εκδόσεις Αρμός, Μάιος 2000.
-«Έγγεια ιδιοκτησία και φορολογική απαίτηση στην Σαντορίνη τον 17ο αιώνα», Ευαγγελία Μπαλτά- Μαρία Σπηλιωτοπούλου, Περιοδικό «Μνήμων», 1996.
-«Μία μέρα…», Δέκα πέντε ιστορίες καθημερινότητας από τα αρχαία χρόνια ως την εποχή μας, «Ένας νοτάριος στην Νάξο στα τέλη του ΙΖ’ αιώνα» Αγλαΐα Κάσδαγλη, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, Σχολή Μωραΐτη, 1988.
-«Μαρτυρίες από την Σαντορίνη (1573-1819)», για την ομώνυμη έκθεση που οργανώθηκε από το Πνευματικό Κέντρο «Μέγαρο Γκύζη» και την Καθολική Επισκοπή Θήρας, Σύνταξη καταλόγου και επιμέλεια Αγαμέμνων Τσελίκας, Εκδόσεις «Μέγαρο Γκύζη», 1985.
-«Τα έθιμα της Θήρας» Πρόχειρος Επιτομή των ανέκαθεν τοπικών συνηθειών της Σαντορίνης, διά προσταγής του άρχοντος δραγουμάνου Κωστάκη Χατζέρη εν έτει 1797, Τυπογραφείο Θήρας, 1890.






Φωτογραφίες από τις διάφορες παράλληλες δράσεις, ξεναγήσεις και εκπαιδευτικά προγράμματα, των δύο εκθέσεων. 



Θηραϊκές Τελετουργίες: Δημοσιεύσεις


Το Περιοδικό, Εβδομαδιαία έκδοση του «Εθνικού Κήρυκα», Γιάννα Κατσαγεώργη,
Σάββατο 26 - Κυριακή 27 Ιουλίου 2025






Ελεύθερος Τύπος της Κυριακής, Δέσποινα Σαββοπούλου, 11-1-2026 



Η Μαρουλία της Οίας, Αφιέρωμα Κ Καθημερινής 27-7-2025




Εφημερίδα των Συντακτών, Παρή Σπίνου, 24-8-2025




Εφημερίδα Καθημερινή, Δημήτρης Ρηγόπουλος, 7-8-2025




IEFIMERIDA, Κατερίνα Πουλοπούλου, 14/8/2025




Θηραϊκές Τελετουργίες: Φωτογραφίες





  Copyright © 2026 / Άρτεμις Χατζηγιαννάκη ~ Artemis Chatzigiannaki