Παραμονή του Σταυρού



Παραμονή του Σταυρού, Υδατογραφία σε χαρτί, 75x33 εκ., 2013
«…Την άλλη μέρα παραμονή του Σταυρού,  μπήκανε στον Θερμαϊκό κόλπο. Όταν άνοιξε τα μάτια της,  κόντευε να βασιλέψει ο ήλιος.  Ατλάζι λουλακί η θάλασσα, πήρε να κοκκινίζει. Λίγα άσπρα συννεφάκια γίνανε φλόγες.
Άναψε ολόκληρος ο ουρανός. Πανηγύρι της φωτιάς ο ορίζοντας. Πάντα ξελογιαζότανε με το ηλιοβασίλεμα η Ιφιάνασσα.   Όμως ηλιοβασίλεμα στη θάλασσα,   πρώτη φορά της βλέπει. Ζαλίστηκε από την ομορφιά. Ξέχασε την θέση τους.
-Η Θεσσαλονίκη!   Άρχισαν να ετοιμάζονται….»                          

Ιφιγένεια Χρυσοχόου, Ξεριζωμένη Γενιά

Άξενο Πέλαγος


Άξενο Πέλαγος, Υδατογραφία σε χαρτί, 30x45 εκ., 2015
«…Στο νησί με τους γκρεμούς και τα μεγάλα μυτερά βράχια, τα τείχη τα πελασγικά, τα ελληνικά και τα ρωμαϊκά και τους πύργους τους βυζαντινούς και γενοβέζικους, στο νησί αυτό που είδε σφαγές και χαλασμούς και πειρατές και κατακτητές και θεούς και ανθρώπους να περιδιαβαίνουν και είδε και έζησε την ιστορία όλη ενός έθνους, στο νησί αυτό, που στην άπειρη ησυχία του, σα να ακούγεται τώρα η αιωνιότητα να περνά, - στο τιμημένο αυτό νησί μπορούσα να είχα γεννηθεί κι εγώ, αφού το κατοικούν άνθρωποι της φυλής μου….»

Ίων Δραγούμης



Πίσω από τα μεγάλα μάτια, τα καμπύλα χείλια, τους βοστρύχους.
Ανάγλυφα στο μαλαματένιο σκέπασμα της ύπαρξής μας...
Εικόνα μορφής που μαρμάρωσε με την απόφαση μιας πίκρας παντοτινής.
Ο ποιητής ένα κενό.


Γιώργος Σεφέρης, Ο βασιλιάς της Ασίνης

Η Πολιτεία που Αρμενίζει στα Πέλαγα


Η Πολιτεία που Αρμενίζει στα Πέλαγα, Υδατογραφία σε χαρτί, 69x14 εκ., 2015 
«…Κοιτάζανε, κοιτάζανε αχόρταγα μπροστά τους. Ξεχώριζε κατακάθαρα το τσιφλίκι του Άϊ Γιωργιού, ζερβά, κάτω από τα Δύο Αδέλφια, το βουναλάκι με τις δίδυμες κορφές. …Από το Κονάκι αρχίναγε το Κιαί, με το Κουμέρκι, το λιμάνι, το Πασαπόρτι, έπειτα οι μεγάλοι καφενέδες, τα ξενοδοχεία, τα θέατρα, οι λέσχες, τα κονσολάτα και τα πλουσιόσπιτα, ώσαμε την Πούντα. Μα η πολιτεία συνεχιζότανε ακέρια, στο παρακατιανό Νταραγάτσι. Τα θωρούσανε όλα αυτά, θωρούσανε και τα βαπόρια μέσα στο λιμάνι. Μετρήσανε οκτώ φουγάρα, χώρια το βαπόρι που στεκότανε απ’ έξω και σφύριζε για να πάρει πράτιγο, προστακτικά, σα να’τανε δικαίωμά του. Ένα ρεμούρκο έμπαινε στο λιμάνι, σέρνοντας πίσω του τρεις μαούνες. Και τα θαλασσοπούλια, σκόρπια μέσα στη λάμψη τα’ ουρανού, ζυγιάζανε μ’ ορθάνοιχτες φτερούγες και βουτούσανε από ψηλά. Και στην καρσινή μεριά του κόρφου, η Άγια Τριάδα, το Μπαϊρακή, το Κορδελιό, προφτάσανε να καθρεφτιστούν μια τελευταία φορά, για σήμερα, στ’ ασάλευτα γαλαζωπά νερά. …Τα θωρούσανε όλα αυτά, δίχως να τα χορταίνει η ψυχή τους. Τα χάραζε βαθιά ο νους μέσα στη θύμηση, σαν να προαισθανόταν από τώρα, πως σε είκοσι χρόνια, μονάχα στο όνειρό τους θα τα βλέπανε...»

Κοσμάς Πολίτης, Στου Χατζηφράγκου

«…Κάποια στιγμή η θάλασσα στο λυκόφως είναι γοητευτική, μαγευτική. Σκιάζεται ταυτόχρονα από την νύχτα που έρχεται, και φέγγει από το εξαίσιο φως του ήλιου που δύει. Θα ΄λεγες πως είναι βιολέτες, ανεμώνες και μενεξέδες, που έχουν φυλλορροήσει σε φλογισμένη λίμνη. Η δύση πλημμυρισμένη στο χρώμα της πορφύρας και του χαλκού. Τα αγκυροβολημένα σκάφη, τέρατα που κολυμπούν σε ωκεανό λάβας, και τα παλαμάρια τους μαύρο κιγκλίδωμα στον ρόδινο ουρανό, όπου η διαύγεια χάνεται και σβήνει, αφήνοντας μία σκοτεινή γραμμή θάλασσας ν’ απλώνεται σαν δοκός…»

G. Deschamps, Στους δρόμους της Μικρασίας-Οδοιπορικό 1890

Όταν Πρωτοκατέβηκα στην Σμύρνη


Όταν Πρωτοκατέβηκα στη Σμύρνη, Υδατογραφία σε χαρτί, 52x40 εκ., 2015
«...Σεπτέμβρης ήταν του 1910, όταν πρωτοκατέβηκα στη Σμύρνη. Θυμούμαι πόσο σκιάχτηκα, μόλις βρέθηκα μοναχός σε μια τόσο μεγάλη πολιτεία. Με την αντρέσα στο χέρι, με τα πρώτα παπούτσια που φόραγα στη ζωή μου να με στενεύουνε, με το ντρίλινο, φράγκικο πανταλόνι, κάπως κοντό για τις μακριές κανάρες μου, να με κόβει κι’ αυτό στον καβάλο, περπατούσα άτσαλα, δειλά. Μόλις βγήκα στην προκυμαία τα ξέχασα όλα, ακόμα και την δειλία μου. ΄Ηρθαν οι εντυπώσεις και με πήραν απαλά και με μερώσανε και δεν ήξερα τι να πρωτοδώ και τι να πρωτοχαρώ. Τη θάλασσα; Τα βαποράκια της Χαμιδιέ που σκίζανε το νερό δίχως να βουλιάζουν; Τα μεγάλα μαρμαρένια σπίτια, με τα ξύλινα κλειστά, όλο μυστήριο μπαλκόνια τους; Τις καρότσες με τον ρυθμικό κτύπο τους πάνω στο γρανιτένιο πλακόστρωτο; Τα τράμια που τα σέρνανε άλογα; Ή όλον εκείνον τον χαρωπό, ξέγνοιαστο κόσμο, που μπαινόβγαινε με σαματά στις λέσχες και τα καφενεία κι έμοιαζε να ζει πανηγύρι; κι όχι μια κοινή, καθημερινή μέρα δουλειάς! Στάθηκα άκρη στο μουράγιο, βόλεψα τα χέρια μου στις τσέπες κι έμεινα εκειδά εντυπωσιασμένος. Τα κύματα ανεβοκατεβαίνανε και καθώς ένιφταν τις μαλτεζόπλακες, σκορπούσανε μια ανεσημιά, που μοσκοβόλαγε θαλασσινά...»

Διδώ Σωτηρίου, Ματωμένα Χώματα



Εγώ είμαι του ψαρά ο γιός,  ο έμορφος και ο ταπεινός όπου πάω να ψαρέψω μάτια θα διαλέξω.
Ρίχνω την πρώτη καμακιά, έλα Χριστέ και Παναγιά και πιάνω τρεις κοπέλες, όμορφες σαν περιστέρες.
Η μια ήταν απ’ τον Γαλατά, βαστά τον νου της δυνατά κι η άλλη απ’ το Νιοχώρι, του Χατζηγιαννάκη η κόρη….

Του ψαρά ο γιός (Αστικό Τραγούδι της Πόλης)

Το Ακυμάτιστο Ταξίδι


Το Ακυμάτιστο Ταξίδι, Υδατογραφία σε χαρτί, 55x75 εκ., 2016
Συχνά πυκνά έβλεπε και ξανάβλεπε το ίδιο όνειρο. Το ταξίδι αυτό  το σχεδίαζε εδώ και πολύ καιρό στο μυαλό του, αλλά όλο κάτι μεσολαβούσε και το ανέβαλε. Αυτή τη φορά όμως ήταν αποφασισμένος να τα καταφέρει. Θα ετοίμαζε μια μικρή βαλίτσα-ίσα ίσα για μερικές μέρες- θα κατέβαινε στον Πειραιά, θα πήγαινε στα γραφεία της μεγάλης εταιρείας να αγοράσει το εισιτήριο, θα διάλεγε την γνωστή του εξωτερική καμπίνα και θα άφηνε τον υπάλληλο της εταιρείας να τον συνοδεύσει μέχρι το πλοίο. Από την προηγούμενη θα είχε τηλεγραφήσει στον Γιουσούφ, πως θα έφτανε το πρωί της 6ης Δεκεμβρίου. Στις 6.00 ώρα το απόγευμα, το «Α/Π Αρκαδία» θα σαλπάριζε για την Σμύρνη. Θα σφύριζε  δύο φορές, απαντώντας στις καμπάνες του Αγίου Νικολάου, που κτυπούσαν εορταστικά. Ο καιρός, αν και χειμώνας, θα ήταν καλός και η θάλασσα ήρεμη. Κοιτάζοντας με τις διόπτρες του καπετάνιου, σαν έμπαιναν στο λιμάνι της Σμύρνης, θα έβλεπε στην ίδια πάντα εξάκωπη βάρκα τον  Γιουσούφ να τον περιμένει με τον Κλέαρχο και τον Ξάνθο. Η μεγάλη βάρκα θα έδενε στην σκάλα της πρώτης θέσης και αυτός, δίνοντας πάντα το ίδιο φιλοδώρημα στον καμαρώτο και χαιρετώντας τον πλοίαρχο, θα κατέβαινε. Το ακυμάτιστο ταξίδι, ασυνήθιστο για την εποχή, θα τον είχε ξεκουράσει. Θα έπιναν όλοι μαζί ένα τσάι ή ένα σαλέπι σε κάποιο από τα καφενεία του λιμανιού και μετά όταν θα ξημέρωνε για τα καλά, θα έπερναν τον γνωστό ανηφορικό δρόμο προς το σπίτι…

Αφιερωμένο στον πατέρα μου, Άρτεμις Χατζηγιαννάκη

  Copyright © 2019 / Άρτεμις Χατζηγιαννάκη ~ Artemis Chatzigiannaki