Άρωμα Ανατολής


Άρωμα Ανατολής, Υδατογραφία σε χαρτί, 27x38 εκ., 2015
«Εδώ ήτανε και η κεντρική αγορά με τα μεγάλα ξακουστά μπακάλικα, ψαράδικα και χασαπιά. Τα κριάσια, ολάκερα σφαχτάρια, βόδια και βιδέλα-τα’ αρνιά δεν είχανε μεγάλη πέραση- κρεμόντουσαν από τα τσιγκέλια ξαντεριασμένα, μπούτια, στηθούρια, μελιτζανιά τζέρια…Και τα μπακάλικα μοσκοβολούσανε τουλομοτύρι, κασκαβάλι, βουτούρατα, τουρσιά, παστές σαρδέλες, ρέγγες, ταραμά. Στράτσο χαρτί, παστή σαρδέλα ή κολιός πάνω σε κληματόφυλλο. Άλλο πράμα βέβαια, τα μπακάλικα του Φασουλά. Σ’ αυτά έβρισκες αυγοτάραχα, ζαμπόνια, ροκφόρ, γκραβιέρα, ρούσικο μαύρο χαβιάρι όσο θες, με το βαρέλι.»

Κοσμάς Πολίτης, Στου Χατζηφράγκου


Λεπτομέρεια

«Η παράδοση του παστουρμά, βαριά όσο και το άρωμά του, ταξίδεψε ακολουθώντας τον δρόμο της προσφυγιάς από τα βάθη της Ανατολής, την Αρμενία, την Καισάρεια και την Καππαδοκία προς την Κωνσταντινούπολη ή την Σμύρνη,  για να καταλήξει μετά το 1922 στον Πειραιά. Oι αρμένηδες «παστουρματζήδες» ξεχασμένοι από τον χρόνο, συνεχίζουν  μέχρι και σήμερα να παρασκευάζουν παστουρμάδες, σουτζούκια, καβουρμάδες και λουκάνικα, στα ίδια μικρομάγαζα της Γούναρη, της Λεωχάρους  και της Μακράς Στοάς και με την ίδια άφθαστη τέχνη, όπως και πριν από 90 χρόνια. Όπως έκαναν πάντα….»

Καφενείον, το Χρυσούν Απίδιον


Καφενείον «Το Χρυσούν Απίδιον», Υδατογραφία σε χαρτί, 56x36 εκ., 2016
«Στην Κοκκινιά υπήρχε πολύς προσφυγικός πληθυσμός, μερακλήδες που ήξεραν από γλέντι και μουσική. Μεροκαματιάρηδες, μικροεπαγγελματίες αλλά και χονδρέμποροι από τις αγορές, που άφηναν αρκετή χαρτούρα. Όταν ερχόντουσαν στο κέφι και ενθουσιαζόντουσαν έσπαγαν με το τσιγάρο ή με μία καρφίτσα τις φούσκες, τα μπαλόνια. Πολύχρωμα μπαλόνια, φουσκωμένα, περασμένα με κορδέλα που κρατούσε στα χέρια της μία κοπέλα του μαγαζιού. Τα μαγαζιά λειτουργούσαν με πλήρη κουζίνα (ορεκτικά, ψάρι, κρέας, ούζο, βαρελίσιο κρασί-ρετσίνα και κοκκινέλι, μπύρα, κούβα, πίπερμαντ). Πολλοί πελάτες πήγαιναν πρωτίστως για να φάνε αλλά και να διασκεδάσουν με τους διαλεκτούς καλλιτέχνες και το επιλεγμένο πρόγραμμα. Μικρόφωνα δεν υπήρχαν. Έπαιζα κιθαρίτσα και συχνά με τους άλλους μουσικούς και ερμηνευτές σηκωνόμαστε και τραγουδούσαμε πάνω από τα τραπέζια. Είχε τραπέζια μέσα κι έξω στην αυλή αλλά και στο πεζοδρόμιο. Κατέβαινε όλο το νυφοπάζαρο από ψηλά, από τα Γερμανικά της Νεάπολης.  Πρόλαβα παϊτονάκια, άμαξες. Ερχόταν ο εμπορομανάβης με την κυρία, θες είχε το παϊτονάκι αγκαζέ όλη την νύχτα, θες έδιωχνε τον αμαξά… ανάλογα με το κέφι του….»

Βαγγέλης Περπινιάδης, Πριν το τέλος



«…Τα τουμπελέκια δεν αργούν, κιθάρες, μαντολίνα, κόψες, σαντούρια και βιολιά-δεν λείπουνε κι εκείνα- κι ο φωνογράφος κάποτες με μια βραχνή φωνή, σκορπάει τα μεράκια του απ’ το φαρδύ χωνί. Οι αμανέδες αντηχούν, τραγούδια και καντάδες, που τραγουδούν ούλοι μαζί με τσι τραγουδιστάδες...»

Σωκράτης Προκοπίου

Ο Κωνσταντίνος Πιττίδης (λεπτομέρεια)

Ο Κωνσταντίνος Πιττίδης, γεννημένος στις 20-10-1895, κάτοικος Σμύρνης Νομού Αϊδινίου, υπηρέτησε στο 5ο Σύνταγμα του 11ου Λόχου της Ι Μεραρχίας και τραυματίσθηκε στις 2-7-1921 στο Καρά Μπουγιού Νταγ της Μικράς Ασίας. Παράλυτος στο αριστερό του πόδι, μεταφέρθηκε στην Ελλάδα και παρέμεινε στο 5ο Στρατιωτικό Νοσοκομείο Αθηνών (Αρσάκειο) μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 1922, οπότε και άρχισαν να φτάνουν στην Αθήνα οι πρώτοι πρόσφυγες. Εγκαταστάθηκε με την γυναίκα του και τον πρώτο τους γιο στην Κοκκινιά, όπου παρά την σοβαρή αναπηρία του, εργάσθηκε με ζήλο και πείσμα και κατάφερε σε σύντομο χρονικό διάστημα να εξασφαλίσει μία άνετη σχετικά ζωή στην πολυπληθή οικογένειά του (εν τω μεταξύ είχε αποκτήσει άλλα δύο παιδιά, που μαζί με τις ανύπαντρες αδελφές του, την πεθερά του και την κουνιάδα του αριθμούσαν περί τα δέκα μέλη). Το καφενείο του στην Κοκκινιά, το γνωστό «Χρυσούν Απίδιον», φημιζόταν για τους μοναδικούς σμυρνέϊκους μεζέδες, την μπύρα και την καλή μουσική του. Του παππού μου του άρεσαν τα γλέντια και τα ταξίδια, αλλά ποτέ δεν θέλησε να επιστρέψει  στην Σμύρνη. Πέθανε στις 25-11-1997 σε ηλικία 102 ετών, ευτυχής που πρόλαβε και αυτή την χρονιά να μοιράσει στα εννέα του  εγγόνια και στα δεκαπέντε  δισέγγονά του, τον Χριστουγεννιάτικο μπουναμά τους.

Ξιφίρ Φαλέρ


Ξιφίρ Φαλέρ, Υδατογραφία σε χαρτί, 69x47 εκ., 2016
«…Κατόπιν βγήκαν στον στρωμένο παραλιακό δρόμο και ανοίχτηκε πια εμπρός τους η λαχταριστή άπλα της αμμουδιάς. Εκεί συνήθως υπήρχε κίνηση. Αμάξια και ιππείς περνούσαν, κόσμος ερχόταν και έφευγε από το μεγάλο ξενοδοχείο, το «Ακταίον», κομψές κυρίες έπερναν τον αέρα τους στους εξώστες και τις βεράντες του, στην ξύλινη προβλήτα παρέες βολτάριζαν, βάρκες  έφερναν και έπερναν επισκέπτες ….. Εδώ τελείωνε ο περίπατος γιατί η Ρεμί απεχθανόταν την άμμο που τρύπωνε σε παπούτσια και κάλτσες. Μόλις φθάναν κοντά στην αμμουδιά, τις γύριζε πάλι πίσω.
Σήμερα όμως –τι ευτυχία!- τους είπε πως μπορούσαν να κατεβούν “αλλά προσεκτικά! πολύ προσεκτικά!” μέχρι την ακροθαλασσιά και να μαζέψουν κογχύλια. Τα παιδιά ξαμολύθηκαν….»

Αθηνά Κακούρη, Ξιφίρ Φαλέρ



«Αυτές οι τράτες είχαν ψαράδες και από το Αϊβαλί, πρόσφυγες, οι οποίοι είχαν εγκατασταθεί το 1922 μετά την καταστροφή της Μικράς Ασίας στα προσφυγικά σπίτια του Μικρολίμανου, τα οποία σώζονται και σήμερα. Οι τράτες έβγαιναν στο Νέο Φάληρο στην ακτή, κυρίως από την Ταραντέλα έως και την Αύρα του Σταμέλου και λίγο παραπέρα ακόμα. Όλες αυτές τις τράτες, όταν έβγαιναν έξω κι άρχιζαν να ξενερίζουν στα ρηχά, τις τράβαγαν πια οι τρατάρηδες, με τα χέρια και τα δίχτυα χαμηλά και σιγά σιγά. Τότε έβλεπες ένα σμήνος παιδιά ηλικίας έξι έως δέκα πέντε ετών, με μια απόχη στο χέρι, να τρέχουν στη θάλασσα και να περικυκλώνουν την τράτα καθώς έβγαινε. Ήταν ένα θέαμα δεξιότητας να βλέπεις τα παιδιά να πιάνουν με την απόχη στον αέρα τα ψάρια καθώς πήδαγαν από το δίχτυ έξω.…..»

Ευάγγελος Αθηναίος, Ο Καπετάν Αντρέας Ζέπος

Μπαίν Μιξτ


γδγφδφγδ Μπαίν Μιξτ, Υδατογραφία σε χαρτί, 72x47 εκ., 2016
«...Το Φάληρο γνώριζε κάθε καλοκαίρι δόξες. Το τρένο κατέβαζε ασταμάτητα, ανά σαράντα λεπτά, το πολύ ανά μία ώρα, τους Αθηναίους και τις Αθηναίες που θέλαν να παραθερίσουν ή να χαρούν τη θάλασσα, τον ήλιο, να βρουν ευκαιρίες για νέες γνωριμίες, οι πιο τολμηροί να απολαύσουν με τα μάτια  τους ό,τι επέτρεπε η τελευταία μόδα ένδυσης για δεσποινίδες και κυρίες στην παραλία. Χαμόγελα κάτω από μουστάκια περιποιημένα, ξέπλεκα μαλλιά να σε τρελαίνουν, η άρμη της θάλασσας στα χείλια, στο μέτωπο, στους ακάλυπτους ώμους, όλο και κάποιοι κόκκοι άμμου ανάμεσα στα δάκτυλα των ποδιών ή λίγο πιο πάνω...»

Νίκος Θέμελης, Η Αναλαμπή

Η Γιαγιά μου η Χρυσοδακτυλούσσα


Η Γιαγιά μου η Χρυσοδακτυλούσσα, Υδατογραφία σε χαρτί, 47x60 εκ., 2017
“…Συχνά έπαιρνε την κόρη της και πήγαιναν στην Σμύρνη. Της άρεσε η κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρα αυτής της πόλης. Τα μαγαζιά στις ελληνικές γειτονιές με τα ωραία υφάσματα από το Παρίσι, οι ονομαστές και σπουδαίες μοδίστρες, οι βιτρίνες με τα καπέλα, τα μοναδικά κοσμήματα. Τους άρεσαν και τα μικρά μαγαζιά που πουλούσαν ψιλικά. Κουμπιά, δαντέλες, κορδόνια και κλωστές πολύχρωμες, που περίμεναν να πάρουν την θέση τους στα ρούχα και στα κεντήματα. Εκεί έβρισκαν και αγόραζαν , σε χαρτιά, σχέδια που στη συνέχεια τα μετέφεραν  στα λινά υφάσματα. Μαγικός ο κόσμος από τα νήματα και τις κλωστές, στριμωγμένες η μία δίπλα στην άλλη σε μικρά κουβαράκια.

…Μεγάλωνε η Μυρσίνη και η μάνα όλο και ύφαινε τα όνειρα της κόρης. Όταν θα έφτανε η μέρα του γάμου, η νυφική παστάδα  έπρεπε να λάμπει με τα καλύτερα στρωσίδια. Λινά σεντόνια με λευκά μοτίβα και μονογράμματα, μαξιλάρια καθημερινά και του λούσου, έβγαιναν πάντα καλοσιδερωμένα, κολλαριστά και αρωματισμένα από τα ολοκάθαρα σεντούκια.  Τα γυναικεία εσώρουχα, καλοραμμένα, λινά ή από φίνα βατίστα, κεντημένα λιτά και με μεγάλη φροντίδα. Μεταξωτά σατέν ή μουσελίνες για τα νυφιάτικα νυχτικά..Μικρά λουλούδια, στεφάνια, κορδέλες με ανεβατό, φεστόνι και τραβηχτή βελονιά…το δίχτυ πλεγμένο με την σαΐτα, το χυτό, το φιλτιρέ, το κοφτό, τα ένθετα μοτίβα με την ριχτή βελονιά, μέτρα ατελείωτα, δρόμο να χαράζουν υπομονής, αισθητικής και πολιτισμού.

Η Μυρσίνη, μεγαλώνοντας σε τέτοιο κλίμα, γινόταν όλο και πιο ελκυστική με τα κομψά ρούχα από τις μοδίστρες της Σμύρνης και τα ρόδινα μαργαριτάρια πλεγμένα κοτσίδα γύρω από τον λαιμό. Και η προίκα κόντευε να τελειώσει…”

Μιράντα Σοφιανού, Η Προίκα



Άντε κοιμήσου, κόρη μου,
Κι εγώ θα σου χαρίσω
Την Αλεξάνδρεια ζάχαρη
και το Μισίρι ρύζι
και την Κωνσταντινούπολη
τρεις χρόνους να τη’ ριζεις….

Μικρασιατικό τραγούδι για την προίκα

  Copyright © 2019 / Άρτεμις Χατζηγιαννάκη ~ Artemis Chatzigiannaki