Η Πολιτεία που Πετάει στα Ουράνια


Η Πολιτεία που Πετάει στα Ουράνια, Υδατογραφία σε χαρτί, 52x32 εκ., 2015
«…Ο ουρανός γέμιζε από χρωματιστούς και πλουμιστούς χαρταετούς σε ειδών ειδών σχήματα, που τους αμολούσαν απ’ όλες ανεξαίρετα τις γειτονιές, απ’ τις αλάνες, από τις στέγες, από τα περιβόλια, από τα πάρκα και τους κήπους, χιλιάδες χαρταετούς. Ήταν μια απολαυστική τρικυμία, που δε χόρταινες να την κοιτάζεις, όλος ο ουρανός ήταν μία περγαμηνή που ξεδιπλωνόταν, άνθρωποι κάθε ηλικίας φώναζαν όπως τους ερχόταν, αυθόρμητα, έβγαζαν ξεφωνητά, χειροκροτούσαν, παίζανε στοιχήματα. Ακόμα και τα ξένα εμπορικά πλοία που ποτέ δεν έλειπαν από το λιμάνι, έβαζαν τις σειρήνες τους να σφυρίζουν, μετέχοντας και αυτά στο πανηγύρι μας…..»

Μεχμέτ Τζοράλ, Πολλές ζωές στη Σμύρνη



«…Είδες ποτέ σου πολιτεία να σηκώνεται ψηλά; Δεμένη από χιλιάδες σπάγγοι ν’ ανεβαίνει στα ουράνια; Ε, λοιπόν, ούτε είδες, ούτε θα μεταδείς ένα τέτοιο θάμα. Αρχινούσανε την Καθαρή Δευτέρα-είτανε αντέτι- και συνέχεια την κάθε Κυριακή και σκόλη, ώσαμε των Βαγιών. Από του Χατζηφράγκου τ’ Αλάνι κι απ’ το κάθε δώμα, κι απ’ τον κάθε ταρλά του κάθε μαχαλά της πολιτείας, αμολάρανε τσερκένια. Πήχτρα ο ουρανός. Τόσο, που δεν βρίσκανε θέση τα πουλιά. Για τούτο τα χελιδόνια τα φέρνανε οι γερανοί μονάχα τη Μεγαλοβδομάδα, για να γιορτάσουνε την Πασχαλιά μαζί μας. Ολάκερη τη Μεγάλη Σαρακοστή, κάθε Κυριακή και σκόλη, η πολιτεία ταξίδευε στον ουρανό. Ανέβαινε στα ουράνια και τη βλόγαγε ο Θεός. Δε χώραγε το μυαλό σου, πως μπόραγε να μένει κολλημένη χάμω στη γης, ύστερα από τόσο τράβηγμα στα ύψη. Και, όπως κοιτάγαμε όλο ψηλά, τα μάτια μας γεμίζανε ουρανό, ανασαίναμε ουρανό, φαρδαίνανε τα στέρνα μας και κάναμε παρέα με αγγέλοι. Ίδια αγγέλοι και αρχάγγελοι κορωνίζανε ψηλά.….»

Κοσμάς Πολίτης, Στου Χατζηφράγκου

Το Τσίρκολο


o	Το Τσίρκολο, Υδατογραφία σε χαρτί, 67x54 εκ., 2016 Το Τσίρκολο, Υδατογραφία σε χαρτί, 67x54 εκ., 2016

Λεπτομέρεια
«…Σ’ αυτό το θέατρο σχεδόν κάθε χρόνο, την άνοιξη Απρίλη-Μάη, ερχόταν ένα τσίρκολο κι έστηνε την πελώρια τέντα του, με τις ελέφαντοι και τα λεοντάρια και τις τίγρηδοι, με τις παλιάτσοι και με τις ακροβάτες, που ζαλιζόσουν να τους βλέπεις να πετάνε από τη μια κούνια στην άλλη, ψηλά είκοσι μέτρα-και οι κοπέλες πάνω στ’ άσπρα τους άλογατα, μέσα στο τούλι και την ομορφιά, ίδιες αερικά, στέκονταν με το  ’να ποδάρι, δίχως να κρατάνε γκέμι, κι ο άντρας με την κόκκινη βελάδα, καταμεσής της πίστας, έκανε τράκες με το μακρύ του καμουτσί, έπαιζε η μουσική, τα’ αλόγατα κοστηράγανε γύρω τριγύρω, κι οι  νεραϊδοκοπέλες, μες στα βεγγαλικά, μέσα στο τούλι και την ομορφιά, με μια φωνούλα, χοπ! Πηδάγανε τα εμπόδια, χοπ! Και ξαναστέκανε πάνω στη σέλα με το ’να τους ποδάρι. Άλλαζε η θωριά του κόσμου, κι απόξω κι από μέσα….»


Λεπτομέρεια

«...Λοιπόν, αφού τελείωνε η παράσταση τα μεσάνυχτα, κάτι πλουσιόπαιδα παίρνανε τις αρτίστες καροτσάδα και τραβούσανε από του Χατζηφράγκου τ’ Αλάνι για να γλεντήσουνε μαζί τους στα εξοχικά καφενεδάκια, περ’ από τα πρεβόλια. Ο μαχαλάς δεν πλάγιαζε να κοιμηθεί πριν να περάσουν οι καρότσες, για ν’ ακούσει τις αρτίστες να χαχανίζουν, ή μερακλωμένες από το φεγγάρι, να τραγουδάνε το: Εις το ρεύμα της ζωής μου, διατί να σ’ απαντήσω...»

Κοσμάς Πολίτης, Στου Χατζηφράγκου

Η Συμφωνία του Κόσμου


Η Συμφωνία του Κόσμου, Υδατογραφία σε χαρτί, 49x73 εκ., 2016

«….Κάθε καμήλα έχει το κουδούνι της, το κάθε κουδούνι έχει το δικό του ήχο. Οι τσιτμήδες καμηλιέρηδες οργώνουν αργά το δρόμο, δεν κοιτάνε πίσω, πάντα κοιτάνε χαμηλά…. Όλα είναι ίδια, απαράλλαχτα ίδια. Το ζό κάτω από τα σκέλια τους δίνει μονότονη κίνηση στο κορμί τους, στο κεφάλι τους-πότε μπρος, πότε πίσω. Πίσω του παίζουν οι ήχοι, έξι, εφτά, οχτώ φωνές – αυτές είναι όλες οι φωνές του κόσμου. …Τίποτα δεν μπορεί να ταράξη την αυστηρή πειθαρχία αυτών των πίσω ήχων. Επιβεβαιώνουν την καλή τάξη, την συμφωνία του κόσμου. Τους ακούει να πορεύονται πίσω του ο τσιτμής, και είναι ήσυχος πως όλα πάνε καλά στη γη. Μπορεί να τύχει μια στιγμή-μια ελάχιστη στιγμή- να λείψει ένα ήχος. Η αρμονία πάσχει μονομιάς  και ο τσιτμής καταλαβαίνει πως κάτι χάλασε στην τάξη του κόσμου. Τότε μονάχα παίρνει το πρόσωπό του ανήσυχη έκφραση και γυρίζει πίσω του να δη. Σταματά, κατεβαίνει από το γαϊδούρι του, πάει και ξαναδένει στο καραβάνι την καμήλα που έκοψε το σκοινί. Και η συμφωνία ξαναρχίζει…»

Ηλίας Βενέζης, Αιολική Γη

Λεπτομέρεια

«Θυμάμαι την παλιά, την ευτυχισμένη ωραία Σμύρνη, αυτή την πατρίδα την μοσχοβολισμένη με τα σοκάκια της, τους μαχαλάδες, τις αλάνες και τα ντουρσέκια. Θυμάμαι την εποχή της γλυκόριζας, που ήταν φορτωμένες  επάνω στις καμήλες και τις φέρνανε από την Ανατολή και τα μεγάλα παιδιά έλυναν την τελευταία καμήλα όπως ήταν δεμένες η μία πίσω από την άλλη και ο καμηλιέρης την έχανε και τη ζητούσε στα στενά σοκάκια  της Σμύρνης…»

Μανόλης Μεγαλοκονόμος  Σμύρνη-Από το αρχείο ενός φωτορεπόρτερ



«Να κοίτα, ξεχωρίζουνε ολοκάθαρα, μια, δυο, τρεις… έντεκα δεμένες στην αράδα, και μπροστά ο ντεβετζής πάνω στο γαϊδουράκι του, χειμώνα-καλοκαίρι, μέσα στην άσπρη κετσεδένια κάπα του…»

Κοσμάς Πολίτης, Στου Χατζηφράγκου


Οι Πρόβες του Ριγκολέτο


Οι Πρόβες του Ριγκολέττο, Υδατογραφία σε χαρτί, 50x61 εκ., 2017

Γυνή,-αιώνιος
εικών ημέρας,
με τους αέρας
τρέχον πτερόν.
Σειρήν,-πλην άφθονος
πηγή πικρίας,
σκότους καρδίας
άστρον λαμπρόν.


Από τις πρόβες της όπερας «Ριγκολέττο» του Τζιουζέπε Βέρντι, βασισμένης στο θεατρικό έργο του Βίκτωρος Ουγκώ «Ο Βασιλεύς ευθυμεί» (Le roi s’ amuse), τους στίχους του οποίου μετέφρασε στα ελληνικά ο Φωκίων Βουτσινάς (το περίφημο «Φτερό στον Άνεμο»).
Το 1911 η γαλλική κινηματογραφική εταιρεία «Πατέ» θέλοντας να προσελκύσει το θεατρόφιλο κοινό της Σμύρνης, επιχειρεί να κινηματογραφήσει τις παραστάσεις του θιάσου Παπαϊωάννου, που έπαιζε στο παρακείμενο θέατρο  «Σπόρτιγκ  Κλάμπ» (Γυμνασιακός Κύκλος) και να παρουσιάσει μία από τις πιο δημοφιλείς όπερες σε κινηματογραφική ταινία (βουβή), στην οποία δανείζουν την φωνή τους στα διάφορα πρόσωπα του έργου, οι ηθοποιοί του θιάσου.

Χρήστος Σολομωνίδης, Το θέατρο στην Σμύρνη, Εφημερίς «Αμάλθεια» 1911d



«…Υπήρχαν πολλές ακόμα ευκαιρίες για τους κατοίκους της Σμύρνης για ψυχαγωγία. Παραδείγματος χάρη, όταν έρχονταν θίασοι πρόζας ή μουσικής από την ελεύθερη Ελλάδα. Επίσης έρχονταν πολλοί θίασοι ξένοι, ιταλικοί, γαλλικοί, αλλά προπαντός ιταλικής όπερας, διότι η Σμύρνη είχε πάρα πολλά θέατρα, πολλά υπαίθρια και αρκετά χειμερινά. Μεταξύ αυτών, το κόσμημα της Σμύρνης, ήταν το Θέατρο Σμύρνης, που ήταν μικρογραφία του Θεάτρου της Σκάλας του Μιλάνου. Σ’ αυτό αξιώθηκα, παιδί, να πάω κι εγώ δύο φορές…
Είχαμε επίσης πολλές πολυτελείς αίθουσες κινηματογράφων, όχι μόνον στην παραλία, αλλά και μέσα στις συνοικίες. Φυσικά οι ταινίες τότε ήσαν βουβές και συνοδεύονταν από υπόκρουση πιάνου.»

Γιώργος Κατραμόπουλος, Πώς να σε ξεχάσω Σμύρνη αγαπημένη

Bal Masqué


Bal Masque, Υδατογραφία σε χαρτί, 66x56 εκ., 2017
« Στο φημισμένο αποκριάτικο μπαλ μασκέ στη «Λέσχη των Κυνηγών», είχα πάει μαζί με τις δύο κόρες του νονού και τον αδελφό τους, σπουδαίο καβαλλιέρο. Τι λούσο ήταν εκείνο, Θεέ μου… Είχε μαζευτεί όλη η αφρόκρεμα της Σμύρνης. Τι όμορφες γυναίκες με θαυμάσιες τουαλέττες, με πανάκριβες γούνες. Τι κομψοί άντρες με σμόκιν-άλλοι μονάχα με μάσκα, άλλοι με ολομέταξα ντόμινα, κολομπίνες με φούστες από αληθινή νταντέλλα… Χαλασμός κόσμου απ’ τον χαρτοπόλεμο και τα πεταλάκια. Εγώ φορούσα μία σατέν από τούλι, δώρο του νονού μου και μουτσούνα… Παίζανε δύο ορχήστρες. Χόρευαν πόλκες, κατρίλες, λανσιέδες, σοτίς και τελευταία βαλς. Για πρώτη φορά ήπια σαμπάνια...»

Τάσος Αθανασιάδης, Τα παιδιά της Νιόβης



« Την νύχτα της Τσικνοπέμπτης, όλη η Σμύρνη γλεντάει ξέφρενα. Στην οδό των Τράσσων, που φωτιζόταν απόψε με πυρσούς, ο κόσμος μαλιβράσι. Γλυκά σκορπούσαν, οι εστουδιαντίνες τραγουδούσαν, τα όργανα έπαιζαν. Εξωφωνή. Μασκαράτες, κομφετί. Όλα ένα γλέντι…. Κανείς δεν ήξερε ποιος ήταν ο άλλος, αλλά κερνιόντουσαν κρασί, χορεύανε παρέα, με τις ορχήστρες. Πιερότοι, βασιλιάδες, ντόμινα, κουδουνάτοι, μπεχλιβάνηδες, μουτσούνες πολύχρωμες, ταραντέλες. Οι μασκαράτες στήνανε φωτιές για γέλια τρελά. Οι πλούσιοι βολτετζάρανε από εκεί για να χαζέψουν τους άλλους στους μανιακούς τους παροξυσμούς…. Το γαϊτανάκι σε ζάλιζε με τις κορδέλες του, που κάθε μια από αυτές την τραβούσε χορεύοντας κι ένας μουτσουνάτος. Άντρες, γυναίκες πλουμιστές, γελαστές, πρόσχαρες, μεθυσμένες...»

Μάρα Μεϊμαρίδη, Οι μάγισσες της Σμύρνης


  Copyright © 2019 / Άρτεμις Χατζηγιαννάκη ~ Artemis Chatzigiannaki