Καφενείον, το Χρυσούν Απίδιον


Καφενείον «Το Χρυσούν Απίδιον», Υδατογραφία σε χαρτί, 56x36 εκ., 2016
«Στην Κοκκινιά υπήρχε πολύς προσφυγικός πληθυσμός, μερακλήδες που ήξεραν από γλέντι και μουσική. Μεροκαματιάρηδες, μικροεπαγγελματίες αλλά και χονδρέμποροι από τις αγορές, που άφηναν αρκετή χαρτούρα. Όταν ερχόντουσαν στο κέφι και ενθουσιαζόντουσαν έσπαγαν με το τσιγάρο ή με μία καρφίτσα τις φούσκες, τα μπαλόνια. Πολύχρωμα μπαλόνια, φουσκωμένα, περασμένα με κορδέλα που κρατούσε στα χέρια της μία κοπέλα του μαγαζιού. Τα μαγαζιά λειτουργούσαν με πλήρη κουζίνα (ορεκτικά, ψάρι, κρέας, ούζο, βαρελίσιο κρασί-ρετσίνα και κοκκινέλι, μπύρα, κούβα, πίπερμαντ). Πολλοί πελάτες πήγαιναν πρωτίστως για να φάνε αλλά και να διασκεδάσουν με τους διαλεκτούς καλλιτέχνες και το επιλεγμένο πρόγραμμα. Μικρόφωνα δεν υπήρχαν. Έπαιζα κιθαρίτσα και συχνά με τους άλλους μουσικούς και ερμηνευτές σηκωνόμαστε και τραγουδούσαμε πάνω από τα τραπέζια. Είχε τραπέζια μέσα κι έξω στην αυλή αλλά και στο πεζοδρόμιο. Κατέβαινε όλο το νυφοπάζαρο από ψηλά, από τα Γερμανικά της Νεάπολης.  Πρόλαβα παϊτονάκια, άμαξες. Ερχόταν ο εμπορομανάβης με την κυρία, θες είχε το παϊτονάκι αγκαζέ όλη την νύχτα, θες έδιωχνε τον αμαξά… ανάλογα με το κέφι του….»

Βαγγέλης Περπινιάδης, Πριν το τέλος



«…Τα τουμπελέκια δεν αργούν, κιθάρες, μαντολίνα, κόψες, σαντούρια και βιολιά-δεν λείπουνε κι εκείνα- κι ο φωνογράφος κάποτες με μια βραχνή φωνή, σκορπάει τα μεράκια του απ’ το φαρδύ χωνί. Οι αμανέδες αντηχούν, τραγούδια και καντάδες, που τραγουδούν ούλοι μαζί με τσι τραγουδιστάδες...»

Σωκράτης Προκοπίου

Ο Κωνσταντίνος Πιττίδης (λεπτομέρεια)

Ο Κωνσταντίνος Πιττίδης, γεννημένος στις 20-10-1895, κάτοικος Σμύρνης Νομού Αϊδινίου, υπηρέτησε στο 5ο Σύνταγμα του 11ου Λόχου της Ι Μεραρχίας και τραυματίσθηκε στις 2-7-1921 στο Καρά Μπουγιού Νταγ της Μικράς Ασίας. Παράλυτος στο αριστερό του πόδι, μεταφέρθηκε στην Ελλάδα και παρέμεινε στο 5ο Στρατιωτικό Νοσοκομείο Αθηνών (Αρσάκειο) μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 1922, οπότε και άρχισαν να φτάνουν στην Αθήνα οι πρώτοι πρόσφυγες. Εγκαταστάθηκε με την γυναίκα του και τον πρώτο τους γιο στην Κοκκινιά, όπου παρά την σοβαρή αναπηρία του, εργάσθηκε με ζήλο και πείσμα και κατάφερε σε σύντομο χρονικό διάστημα να εξασφαλίσει μία άνετη σχετικά ζωή στην πολυπληθή οικογένειά του (εν τω μεταξύ είχε αποκτήσει άλλα δύο παιδιά, που μαζί με τις ανύπαντρες αδελφές του, την πεθερά του και την κουνιάδα του αριθμούσαν περί τα δέκα μέλη). Το καφενείο του στην Κοκκινιά, το γνωστό «Χρυσούν Απίδιον», φημιζόταν για τους μοναδικούς σμυρνέϊκους μεζέδες, την μπύρα και την καλή μουσική του. Του παππού μου του άρεσαν τα γλέντια και τα ταξίδια, αλλά ποτέ δεν θέλησε να επιστρέψει  στην Σμύρνη. Πέθανε στις 25-11-1997 σε ηλικία 102 ετών, ευτυχής που πρόλαβε και αυτή την χρονιά να μοιράσει στα εννέα του  εγγόνια και στα δεκαπέντε  δισέγγονά του, τον Χριστουγεννιάτικο μπουναμά τους.

  Copyright © 2019 / Άρτεμις Χατζηγιαννάκη ~ Artemis Chatzigiannaki