Η Έκθεση το Πνεύμα του ‘60 / Νίκος Βατόπουλος



Η Αθήνα του 1960, η έλξη του νέου και η νοσταλγία του αύριο


Του Νίκου Βατόπουλου (κείμενο στον κατάλογο της έκθεσης)

Σκέφτομαι συχνά, πώς μπορεί να μεταφράσει κανείς τη δεκαετία του '60 σε ένα νέο παιδί της εποχής μας; Πώς είναι, δηλαδή, να μιλάς για τη μεταπολεμική αναγέννηση σε έναν νέο άνθρωπο που δεν έχει καν μνήμη της δραχμής...
Τα ερωτήματα αυτά είναι, πιστεύω, κεντρικά και αφορούν στη συζήτηση που έχει να κάνει με τη σχετικότητα του χρόνου, τη σχετικότητα του νέου, τη σχετικότητα του αναγκαίου...

Μου αρέσει να κοιτώ φωτογραφίες της Αθήνας του 1965, και να παρατηρώ τη διχρωμία της νέας πόλης. Την τερακότα των παλαιών σπιτιών και το λευκό των νέων κτιρίων, με τα δεύτερα να κερδίζουν έδαφος μέρα με τη μέρα, στην κυριολεξία, καθώς την περίοδο 1963-1967, κατεδαφίζονται ολόκληρα μέτωπα στις παλιές συνοικίες. «Η πόλη αλλάζει χρώμα» ήταν ένα άρθρο Αμερικανίδας αρχαιολόγου, δημοσιευμένο σε περιοδικό απόδημου ελληνισμού το 1962. Αναφερόταν ακριβώς σε αυτήν την επέλαση του λευκού.
Καθώς γεννήθηκα το 1960, οι πρώτες μου εικόνες στην πόλη ήταν αυτές της μεταβολής της και η αίγλη εκείνης της αύρας της νέας Αθήνας ήταν καθοριστική στη διαμόρφωση μιας ορισμένης στάσης, που ήταν συχνά συναισθηματική, ηθική, αισθητική. Είχαμε ανάγκη να συνδεθούμε με κάτι νέο.

Σε αυτήν την έκθεση που επαναφέρει το βλέμμα μας στην αστική κουλτούρα της δεκαετίας του 1960, η αίσθηση ισορροπεί ανάμεσα στη νοσταλγία και την ανάγκη κατανόησης. Με συγκίνηση στέκομαι μπροστά στα έργα της Άρτεμης Χατζηγιαννάκη, που ανακαλούν αυτόν τον κόσμο. Η Άρτεμις Χατζηγιαννάκη ελέγχει το σχέδιό της, το οδηγεί σε μια ιδιαίτερα ελκυστική αναπαράσταση εποχής, αλλά πάντα με τη δική της απόσταση κενού και χρώματος. Η Αθήνα μέσα από τη δική της ζωγραφική είναι η Αθήνα των παιδικών χρόνων των ανθρώπων της γενιάς μου, που μεγάλωσε εκείνα τα χρόνια. Το χρώμα στα έργα της Άρτεμης Χατζηγιαννάκη είναι το χρώμα μιας ήπιας νοσταλγίας αλλά και μιας επιθυμίας για ομορφιά και αρμονία.

Αυτή η αισθητική πύλη σε μια Αθήνα από την οποία έχουμε απόσταση 55 και 60 χρόνια είναι μια αναγκαία συνθήκη αυτοπροσδιορισμού. Τα χρόνια εκείνα είχαν έναν δυναμισμό που δύσκολα μπορούμε σήμερα να διανοηθούμε.

Η δικτύωση της Αθήνας από τη δεκαετία του 1950 με τις μεγάλες επενδύσεις στον τουρισμό αποζητούσαν αυτήν ακριβώς την εκτίναξη της πόλης σε άλλη διεθνή βαθμίδα και σταδιακά, κυρίως μετά το 1953 με την υποτίμηση της δραχμής, προχωρούσε ένα σχέδιο σύνδεσης τουρισμού και πολιτισμού όπως το κατανοούσε η εποχή. Το Φεστιβάλ Αθηνών και η διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου στην Ακρόπολη και στου Φιλοπάππου από τον Δημήτρη Πικιώνη ανταποκρίνονταν στο αίτημα της αύξησης του εθνικού προϊόντος μέσω της θετικής προβολής της χώρας, της ανάπτυξης της τουριστικής κίνησης και των υποδομών.

Οι πρωτοβουλίες του Κωνσταντίνου Καραμανλή, αρχικά ως υπουργού Δημοσίων Έργων και μετά ως πρωθυπουργού επί οκτώ έτη, είχαν άμεση επίδραση στην όψη και τη λειτουργία της Αθήνας. Ο Καραμανλής είχε θέσει στόχο να αλλάξει την πρωτεύουσα και επί των ημερών του έγιναν μεγάλης πνοής έργα ρυμοτομίας, κυκλοφοριακών ρυθμίσεων, αναπλάσεων και διεύρυνσης της Αθήνας τόσο προς βορράν όσο και προς νότο. Ενδεικτικά αναφέρω, την παραλιακή προς το Σούνιο, το Μον Παρνές, το Χίλτον, τη νέα πλατεία Ομονοίας, το Φεστιβάλ Αθηνών, την Εθνική Πινακοθήκη, το νέο αεροδρόμιο, τη νέα πρεσβεία των ΗΠΑ, και πολλά ακόμη. Ένα από τα ανεκτέλεστα οράματα του Καραμανλή ήταν και το Πνευματικό Κέντρο Αθηνών, στη θέση της Ριζαρείου και ως κάτω στη Ρηγίλλης.

Ήταν εποχή χωρίς πρόνοια για την ιστορική φυσιογνωμία της πόλης, αρκεί να σκεφτεί κανείς πως η πλατεία Συντάγματος κατεδαφίστηκε σχεδόν συθέμελα από το 1957 ως το 1963. Αλλά στις συνοικίες, οι αθρόες κατεδαφίσεις συνεχίστηκαν με μεγαλύτερη ένταση μετά την έξοδο του Καραμανλή από την Ελλάδα. Η αντιπαροχή δεν είχε νομοθετική θέσπιση απλώς ενθαρρύνθηκε από τους εκάστοτε γενικούς οικοδομικούς κανονισμούς.
Γύρω στο 1960, η Αθήνα διαφημιζόταν ως μία ελκυστική πόλη. Με πολλά στοιχεία εξωτισμού αλλά και νεωτερικότητας, η Αθήνα ζούσε τη χρυσή εποχή της. Ταυτόχρονα, η κοινωνία άλλαζε διάρθρωση. Με την αστυφιλία και την ανοικοδόμηση, την εντυπωσιακή αύξηση των εισοδημάτων και την ανάπτυξη πολλών επαγγελματικών ειδικοτήτων, η βάση της κοινωνίας διευρύνθηκε και η οικονομική ανάπτυξη θωρακίστηκε με τη δημιουργία μιας πλατειάς μικροαστικής τάξης ιδιοκτητών.
Μια νέα λαϊκή κουλτούρα γεννήθηκε που εκπροσωπήθηκε στο τραγούδι, τα περιοδικά, το ραδιόφωνο, τον κινηματογράφο και το θέατρο. Αργότερα, μετά το 1966-67, ήρθε και η τηλεόραση. Αυτή η νέα μικροαστική τάξη εκπροσωπήθηκε και από την κοινή πολυκατοικία που άλλαξε την όψη των συνοικιών.

Στα χρόνια του 1960, παρότι η Ελλάδα ήταν ακόμη μια χώρα αναπτυσσόμενη, άρχισε παράλληλα να καλλιεργείται μια νέα μεσοαστική κουλτούρα με πυρήνες την Κυψέλη, το Πεδίον του Άρεως, τις πλατείες Αμερικής, Βικτωρίας και Αιγύπτου, το Μουσείο, το Κολωνάκι, τη Νεάπολη και τα Εξάρχεια, το Παγκράτι, και άλλες περιοχές που ανέπτυξαν μια νέα αντίληψη για την αστική ζωή. Σε αυτήν την νέα καθημερινότητα σημαντική συμβολή είχαν οι νέοι κινηματογράφοι, τα ξενοδοχεία, τα ζαχαροπλαστεία και τα αστικά περιοδικά.
Η μικρή αλλά ισχυρή μεγαλοαστική ελίτ, παρούσα ήδη πριν τελειώσει ο Εμφύλιος, αλλά διευρυμένη και παγιωμένη πλέον στις δομές του νέου κράτους, εκπροσωπήθηκε αρχιτεκτονικά με νέα κτίρια στην περιοχή Ανακτόρων, Ακροπόλεως, Κολωνακίου, Μαυρομματαίων, Φωκίωνος Νέγρη ενώ πολλές επαύλεις χτίστηκαν στα βόρεια και στα νότια προάστια.

Μέσα στο κλίμα της ταχύτατης αστικοποίησης της Αθήνας, με ένα τρόπο καινοφανή καθώς η διαδικασία αυτή είχε ως βάση τρεις και τέσσερις ταχύτητες και βαθμίδες, ο συντηρητισμός της κοινωνίας απαλυνόταν από δεξαμενές σκέψης, όπως το γραφείο Δοξιάδη, ορισμένα επιστημονικά περιοδικά, μια νέα πνευματική ελίτ που δεν την ταυτίζω με την τάξη των διανοουμένων αλλά περισσότερο με εκείνη των πεφωτισμένων αστών που με την κοσμοπολίτικη κουλτούρα τους επηρέασαν ως ένα βαθμό τον βηματισμό της Αθήνας ως το 1967.

Η νέα κοινωνική διαστρωμάτωση, όπως σταδιακά συντελέστηκε στην περίοδο 1953-1967, αντανακλάται στις ποιότητες των πολυκατοικιών. Η διαφοροποίηση είναι ορατή όχι μόνο από περιοχή σε περιοχή αλλά πολλές φορές και στον ίδιο δρόμο, καθώς ορισμένες πολυκατοικίες έχουν υπογραφή καλών αρχιτεκτόνων, έχουν καλά υλικά και εκπροσωπούν ένα δημόσιο γούστο πάνω από τον μέσο όρο. Οι είσοδοι των πολυκατοικιών, ως χώροι στο μεταίχμιο του δημόσιου και του ιδιωτικού κόσμου, εύκολα μπορούν να γίνουν μάρτυρες αυτής της μετάβασης.

Η δεκαετία του 60 γέμισε την Αθήνα με νέα προϊόντα. Η οδός Δραγατσανίου με τα νέα μέγαρα, εκείνη την εποχή, ήταν ένα εκθετήριο της νέας οικιακής τεχνολογίας. Μαζί, άλλαζαν και τα ήθη. Μια νέα κουλτούρα σώματος και υγιεινής, που είχε αρχίσει σε μικρότερη κλίμακα στη διάρκεια του Μεσοπολέμου, εντάθηκε μετά το 1960 με τη διάδοση των νέων κομφόρ που έφερνε η διαβίωση σε διαμέρισμα.

Η διαφήμιση της νέας ζωής στην Αθήνα έφερνε χαρά και περηφάνια με τρόπο που δύσκολα μπορούμε σήμερα να κατανοήσουμε. Το 1963 όταν εγκαινιάστηκε το Χίλτον, ο Εμφύλιος ήταν μόλις 14 χρόνια πίσω, σαν να μιλάμε δηλαδή σήμερα για το 2006. Ο κόσμος χαιρόταν έναν ευδαιμονισμό παρά τα προβλήματα. Η κοινωνία ανέβαινε αλλά τα χάσματα ήταν πολλά.

Στα 1965, η νέα πόλη έχει σχεδόν ανοικοδομηθεί. Στην εγκυκλοπαίδεια Δομή, στο λήμμα Αθήνα, αυτό αναγράφεται. «Το έτος 1965, η ανοικοδόμησις της πόλεως των Αθηνών είχεν πλέον ολοκληρωθεί». Τουλάχιστον, η πόλη είχε πάρει στις κεντρικές περιοχές τη μορφή που αναγνωρίζουμε και σήμερα. Ένα τεράστιο ζήτημα για τη δική μας εποχή είναι αφενός η κατανόηση της ελληνικής άνοιξης ή της ελληνικής αναγέννησης την περίοδο 1953-1967, και αφετέρου η διαχείριση αυτής της κληρονομιάς, άυλης και υλικής. Πολλά κτίρια από εκείνη την περίοδο είναι πλέον ερείπια σε σχέση οξύμωρη με το καινοτόμο πνεύμα που τα γέννησε. Νέες γενιές ερευνητών καλούνται να εφαρμόσουν νέα ερμηνευτικά εργαλεία. Η νέα Αθήνα καλείται να χωρέσει τα καλύτερα από τη μακρινή πλέον δεκαετία του 60 στο νέο της αφήγημα για τον νέο αιώνα.

  Copyright © 2021 / Άρτεμις Χατζηγιαννάκη ~ Artemis Chatzigiannaki