Η Έκθεση το Πνεύμα του ‘60



Η έκθεση “Το Πνεύμα του ΄60 / Περιήγηση σε ένα κόσμο που έφερε το αύριο”, πραγματοποιήθηκε στο TAF / the art foundation, Νορμάνου 5 Μοναστηράκι, στο διάστημα 16 Ιανουαρίου - 3 Φεβρουαρίου 2020.
Την επιμέλει είχε ο Νίκος Βατόπουλος.
Η έκθεση έγινε με την αποκλειστική χορηγία του ομίλου ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ.
Η όλη ιδέα στηρίζεται και εμπνέεται από τη νέα παραγωγή έργων της Αρτεμης Χατζηγιαννάκη, η οποία προχωρεί την έρευνά της στο αστικό τοπίο και στη συλλογική μνήμη σε μια κρίσιμη για την Αθήνα περίοδο.
Εκτός των 25 υδατογραφιών της Άρτεμης Χατζηγιαννάκη, με έργα τους συμμετείχαν και οι φωτογράφοι: Γιώργος Θάνος, Γιώργος Καζάζης, Παναγιώτης Παναγάκης, Τάσος Σαλτερής, Ηλίας Τσαουσάκης, Τάσος Χαλκιόπουλος.
Τυπώθηκε κατάλογος 80 σελίδων σε 1000 αντίτυπα, με τα έργα της Άρτεμης Χατζηγιαννάκη και κείμενα των Ζωής Βαΐου - Θανάση Γιοχάλα, Νίκου Βατόπουλου, Μαρίας Καλτσά, Γιώργου Καζάζη και Ηλία Καφάογλου.


Το εξώφυλλο του καταλόγου της έκθεσης "Το Πνεύμα του '60"Το εξώφυλλο του καταλόγου της έκθεσης


«Μέσα στην θλίψη της απέραντης μετριότητας, που μας πνίγει από παντού, παρηγοριέμαι ότι, κάπου, σε κάποιο καμαράκι, κάποιοι πεισματάρηδες αγωνίζονται να εξουδετερώσουν την φθορά….» γράφει στα Μικρά του Έψιλον  ο Οδυσσέας Ελύτης.

Η έκθεση αυτή απευθύνεται και αφιερώνεται σ’ όλους εκείνους τους πεισματάρηδες, που επιμένουν να πολεμούν την φθορά με τον δικό τους τρόπο και στο ημίφως του δικού τους προσωπικού χώρου, στοχάζονται και αναπολούν  το μέλλον τους,

Σ’ εκείνους τους αφανείς όλων των εποχών και όλων των ηλικιών, που δεν χάνουν την πίστη στον εαυτό τους και αρνούνται να υποταχθούν στην συνήθεια και τον εφησυχασμό,

Στους ανθρώπους της δικιάς μου γενιάς, που γαλουχήθηκαν με το πνεύμα του ’60 και αφυπνίζονται ακόμη απ’ αυτό,

Στους νέους, τους εφήβους, τους φοιτητές, τους καλλιτέχνες, σ’ όλους όσους, αν και  δεν βίωσαν το φως εκείνης της εποχής, επιμένουν να είναι παρόντες, να  οραματίζονται και να χτίζουν το δικό τους  αύριο.

Άρτεμις Χατζηγιαννάκη (κείμενο στον κατάλογο της έκθεσης)


Απόψεις της έκθεσης στο TAF / the art foundation
Σχέδιο της Άρτεμης Χατζηγιαννάκη στον κατάλογο, για τον αποκλειστικό χορηγό της έκθεσης  ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ

Η Έκθεση το Πνεύμα του ‘60 / Νίκος Βατόπουλος



Η Αθήνα του 1960, η έλξη του νέου και η νοσταλγία του αύριο


Του Νίκου Βατόπουλου (κείμενο στον κατάλογο της έκθεσης)

Σκέφτομαι συχνά, πώς μπορεί να μεταφράσει κανείς τη δεκαετία του '60 σε ένα νέο παιδί της εποχής μας; Πώς είναι, δηλαδή, να μιλάς για τη μεταπολεμική αναγέννηση σε έναν νέο άνθρωπο που δεν έχει καν μνήμη της δραχμής...
Τα ερωτήματα αυτά είναι, πιστεύω, κεντρικά και αφορούν στη συζήτηση που έχει να κάνει με τη σχετικότητα του χρόνου, τη σχετικότητα του νέου, τη σχετικότητα του αναγκαίου...

Μου αρέσει να κοιτώ φωτογραφίες της Αθήνας του 1965, και να παρατηρώ τη διχρωμία της νέας πόλης. Την τερακότα των παλαιών σπιτιών και το λευκό των νέων κτιρίων, με τα δεύτερα να κερδίζουν έδαφος μέρα με τη μέρα, στην κυριολεξία, καθώς την περίοδο 1963-1967, κατεδαφίζονται ολόκληρα μέτωπα στις παλιές συνοικίες. «Η πόλη αλλάζει χρώμα» ήταν ένα άρθρο Αμερικανίδας αρχαιολόγου, δημοσιευμένο σε περιοδικό απόδημου ελληνισμού το 1962. Αναφερόταν ακριβώς σε αυτήν την επέλαση του λευκού.
Καθώς γεννήθηκα το 1960, οι πρώτες μου εικόνες στην πόλη ήταν αυτές της μεταβολής της και η αίγλη εκείνης της αύρας της νέας Αθήνας ήταν καθοριστική στη διαμόρφωση μιας ορισμένης στάσης, που ήταν συχνά συναισθηματική, ηθική, αισθητική. Είχαμε ανάγκη να συνδεθούμε με κάτι νέο.

Σε αυτήν την έκθεση που επαναφέρει το βλέμμα μας στην αστική κουλτούρα της δεκαετίας του 1960, η αίσθηση ισορροπεί ανάμεσα στη νοσταλγία και την ανάγκη κατανόησης. Με συγκίνηση στέκομαι μπροστά στα έργα της Άρτεμης Χατζηγιαννάκη, που ανακαλούν αυτόν τον κόσμο. Η Άρτεμις Χατζηγιαννάκη ελέγχει το σχέδιό της, το οδηγεί σε μια ιδιαίτερα ελκυστική αναπαράσταση εποχής, αλλά πάντα με τη δική της απόσταση κενού και χρώματος. Η Αθήνα μέσα από τη δική της ζωγραφική είναι η Αθήνα των παιδικών χρόνων των ανθρώπων της γενιάς μου, που μεγάλωσε εκείνα τα χρόνια. Το χρώμα στα έργα της Άρτεμης Χατζηγιαννάκη είναι το χρώμα μιας ήπιας νοσταλγίας αλλά και μιας επιθυμίας για ομορφιά και αρμονία.

Αυτή η αισθητική πύλη σε μια Αθήνα από την οποία έχουμε απόσταση 55 και 60 χρόνια είναι μια αναγκαία συνθήκη αυτοπροσδιορισμού. Τα χρόνια εκείνα είχαν έναν δυναμισμό που δύσκολα μπορούμε σήμερα να διανοηθούμε.

Η δικτύωση της Αθήνας από τη δεκαετία του 1950 με τις μεγάλες επενδύσεις στον τουρισμό αποζητούσαν αυτήν ακριβώς την εκτίναξη της πόλης σε άλλη διεθνή βαθμίδα και σταδιακά, κυρίως μετά το 1953 με την υποτίμηση της δραχμής, προχωρούσε ένα σχέδιο σύνδεσης τουρισμού και πολιτισμού όπως το κατανοούσε η εποχή. Το Φεστιβάλ Αθηνών και η διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου στην Ακρόπολη και στου Φιλοπάππου από τον Δημήτρη Πικιώνη ανταποκρίνονταν στο αίτημα της αύξησης του εθνικού προϊόντος μέσω της θετικής προβολής της χώρας, της ανάπτυξης της τουριστικής κίνησης και των υποδομών.

Οι πρωτοβουλίες του Κωνσταντίνου Καραμανλή, αρχικά ως υπουργού Δημοσίων Έργων και μετά ως πρωθυπουργού επί οκτώ έτη, είχαν άμεση επίδραση στην όψη και τη λειτουργία της Αθήνας. Ο Καραμανλής είχε θέσει στόχο να αλλάξει την πρωτεύουσα και επί των ημερών του έγιναν μεγάλης πνοής έργα ρυμοτομίας, κυκλοφοριακών ρυθμίσεων, αναπλάσεων και διεύρυνσης της Αθήνας τόσο προς βορράν όσο και προς νότο. Ενδεικτικά αναφέρω, την παραλιακή προς το Σούνιο, το Μον Παρνές, το Χίλτον, τη νέα πλατεία Ομονοίας, το Φεστιβάλ Αθηνών, την Εθνική Πινακοθήκη, το νέο αεροδρόμιο, τη νέα πρεσβεία των ΗΠΑ, και πολλά ακόμη. Ένα από τα ανεκτέλεστα οράματα του Καραμανλή ήταν και το Πνευματικό Κέντρο Αθηνών, στη θέση της Ριζαρείου και ως κάτω στη Ρηγίλλης.

Ήταν εποχή χωρίς πρόνοια για την ιστορική φυσιογνωμία της πόλης, αρκεί να σκεφτεί κανείς πως η πλατεία Συντάγματος κατεδαφίστηκε σχεδόν συθέμελα από το 1957 ως το 1963. Αλλά στις συνοικίες, οι αθρόες κατεδαφίσεις συνεχίστηκαν με μεγαλύτερη ένταση μετά την έξοδο του Καραμανλή από την Ελλάδα. Η αντιπαροχή δεν είχε νομοθετική θέσπιση απλώς ενθαρρύνθηκε από τους εκάστοτε γενικούς οικοδομικούς κανονισμούς.
Γύρω στο 1960, η Αθήνα διαφημιζόταν ως μία ελκυστική πόλη. Με πολλά στοιχεία εξωτισμού αλλά και νεωτερικότητας, η Αθήνα ζούσε τη χρυσή εποχή της. Ταυτόχρονα, η κοινωνία άλλαζε διάρθρωση. Με την αστυφιλία και την ανοικοδόμηση, την εντυπωσιακή αύξηση των εισοδημάτων και την ανάπτυξη πολλών επαγγελματικών ειδικοτήτων, η βάση της κοινωνίας διευρύνθηκε και η οικονομική ανάπτυξη θωρακίστηκε με τη δημιουργία μιας πλατειάς μικροαστικής τάξης ιδιοκτητών.
Μια νέα λαϊκή κουλτούρα γεννήθηκε που εκπροσωπήθηκε στο τραγούδι, τα περιοδικά, το ραδιόφωνο, τον κινηματογράφο και το θέατρο. Αργότερα, μετά το 1966-67, ήρθε και η τηλεόραση. Αυτή η νέα μικροαστική τάξη εκπροσωπήθηκε και από την κοινή πολυκατοικία που άλλαξε την όψη των συνοικιών.

Στα χρόνια του 1960, παρότι η Ελλάδα ήταν ακόμη μια χώρα αναπτυσσόμενη, άρχισε παράλληλα να καλλιεργείται μια νέα μεσοαστική κουλτούρα με πυρήνες την Κυψέλη, το Πεδίον του Άρεως, τις πλατείες Αμερικής, Βικτωρίας και Αιγύπτου, το Μουσείο, το Κολωνάκι, τη Νεάπολη και τα Εξάρχεια, το Παγκράτι, και άλλες περιοχές που ανέπτυξαν μια νέα αντίληψη για την αστική ζωή. Σε αυτήν την νέα καθημερινότητα σημαντική συμβολή είχαν οι νέοι κινηματογράφοι, τα ξενοδοχεία, τα ζαχαροπλαστεία και τα αστικά περιοδικά.
Η μικρή αλλά ισχυρή μεγαλοαστική ελίτ, παρούσα ήδη πριν τελειώσει ο Εμφύλιος, αλλά διευρυμένη και παγιωμένη πλέον στις δομές του νέου κράτους, εκπροσωπήθηκε αρχιτεκτονικά με νέα κτίρια στην περιοχή Ανακτόρων, Ακροπόλεως, Κολωνακίου, Μαυρομματαίων, Φωκίωνος Νέγρη ενώ πολλές επαύλεις χτίστηκαν στα βόρεια και στα νότια προάστια.

Μέσα στο κλίμα της ταχύτατης αστικοποίησης της Αθήνας, με ένα τρόπο καινοφανή καθώς η διαδικασία αυτή είχε ως βάση τρεις και τέσσερις ταχύτητες και βαθμίδες, ο συντηρητισμός της κοινωνίας απαλυνόταν από δεξαμενές σκέψης, όπως το γραφείο Δοξιάδη, ορισμένα επιστημονικά περιοδικά, μια νέα πνευματική ελίτ που δεν την ταυτίζω με την τάξη των διανοουμένων αλλά περισσότερο με εκείνη των πεφωτισμένων αστών που με την κοσμοπολίτικη κουλτούρα τους επηρέασαν ως ένα βαθμό τον βηματισμό της Αθήνας ως το 1967.

Η νέα κοινωνική διαστρωμάτωση, όπως σταδιακά συντελέστηκε στην περίοδο 1953-1967, αντανακλάται στις ποιότητες των πολυκατοικιών. Η διαφοροποίηση είναι ορατή όχι μόνο από περιοχή σε περιοχή αλλά πολλές φορές και στον ίδιο δρόμο, καθώς ορισμένες πολυκατοικίες έχουν υπογραφή καλών αρχιτεκτόνων, έχουν καλά υλικά και εκπροσωπούν ένα δημόσιο γούστο πάνω από τον μέσο όρο. Οι είσοδοι των πολυκατοικιών, ως χώροι στο μεταίχμιο του δημόσιου και του ιδιωτικού κόσμου, εύκολα μπορούν να γίνουν μάρτυρες αυτής της μετάβασης.

Η δεκαετία του 60 γέμισε την Αθήνα με νέα προϊόντα. Η οδός Δραγατσανίου με τα νέα μέγαρα, εκείνη την εποχή, ήταν ένα εκθετήριο της νέας οικιακής τεχνολογίας. Μαζί, άλλαζαν και τα ήθη. Μια νέα κουλτούρα σώματος και υγιεινής, που είχε αρχίσει σε μικρότερη κλίμακα στη διάρκεια του Μεσοπολέμου, εντάθηκε μετά το 1960 με τη διάδοση των νέων κομφόρ που έφερνε η διαβίωση σε διαμέρισμα.

Η διαφήμιση της νέας ζωής στην Αθήνα έφερνε χαρά και περηφάνια με τρόπο που δύσκολα μπορούμε σήμερα να κατανοήσουμε. Το 1963 όταν εγκαινιάστηκε το Χίλτον, ο Εμφύλιος ήταν μόλις 14 χρόνια πίσω, σαν να μιλάμε δηλαδή σήμερα για το 2006. Ο κόσμος χαιρόταν έναν ευδαιμονισμό παρά τα προβλήματα. Η κοινωνία ανέβαινε αλλά τα χάσματα ήταν πολλά.

Στα 1965, η νέα πόλη έχει σχεδόν ανοικοδομηθεί. Στην εγκυκλοπαίδεια Δομή, στο λήμμα Αθήνα, αυτό αναγράφεται. «Το έτος 1965, η ανοικοδόμησις της πόλεως των Αθηνών είχεν πλέον ολοκληρωθεί». Τουλάχιστον, η πόλη είχε πάρει στις κεντρικές περιοχές τη μορφή που αναγνωρίζουμε και σήμερα. Ένα τεράστιο ζήτημα για τη δική μας εποχή είναι αφενός η κατανόηση της ελληνικής άνοιξης ή της ελληνικής αναγέννησης την περίοδο 1953-1967, και αφετέρου η διαχείριση αυτής της κληρονομιάς, άυλης και υλικής. Πολλά κτίρια από εκείνη την περίοδο είναι πλέον ερείπια σε σχέση οξύμωρη με το καινοτόμο πνεύμα που τα γέννησε. Νέες γενιές ερευνητών καλούνται να εφαρμόσουν νέα ερμηνευτικά εργαλεία. Η νέα Αθήνα καλείται να χωρέσει τα καλύτερα από τη μακρινή πλέον δεκαετία του 60 στο νέο της αφήγημα για τον νέο αιώνα.

Η Έκθεση το Πνεύμα του ‘60 / Γ. Καζάζης



Του Γιώργου Καζάζη (κείμενο στον κατάλογο της έκθεσης)

Μόλις δέκα χρόνια πέρασαν κι εγώ τώρα βιώνω το φως των παιδικών μου χρόνων. Τώρα είμαι λουσμένος στο καλοκαιρινό φως με τις κουρτίνες βαριές, ακίνητες και τον Γιάννη Πετρίδη δυνατά στο ραδιόφωνο, να διαμορφώνει την μουσική μου συνείδηση, αυτήν που δεν κατάφερε να χτίσει ο πατέρας μου, τότε που άκουγε ψιθυριστά τον Θεοδωράκη και δυνατά τον Μπαχ.

Οι τέσσερις φωτογραφίες του εικαστικού Γιώργου Καζάζη, στην έκθεση “Το Πνεύμα του ‘60”

Αύριο είναι Μεγάλη Παρασκευή, η ημέρα με τα ένοχα σκιρτήματα, με θέα τις γάμπες γυναικών, κάτω από τον επιτάφιο σε μια Αθήνα με πολύ ζέστη, σε μια Αθήνα, όπου σήμερα τον καιρό τον νιώθουμε, αλλά αύριο θα τον διαβάζουμε.Πριν μερικές ώρες φοβήθηκα, όταν πλημμύρισε η παράγκα, ευτυχώς ήμουν στο καροτσάκι. Την επομένη όμως που η Πειραιώς έγινε λίμνη, το αγαπημένο μου τζιν έγινε μούσκεμα, το ίδιο και της φίλης μου.

Την Κυριακή το απόγευμα στο Παλλάς, η γιαγιά μου δεν μας πήρε το καθιερωμένο κορνέ στην καθιερωμένη Βουγιουκλάκη, κι εγώ πεινασμένος στην βραδινή παράσταση της Εμμανουέλας στο Ελίτ, σκεφτόμουν ότι στις ημέρες μας η πληροφορία έχει ανθρώπινη διάσταση.
Εδώ και ώρες κατευθυνόμαστε προς την πλαζ της Βουλιαγμένης, διασχίζοντας τον μπανάλ Άλιμο, προσπερνώντας το γεροντίστικο Καβούρι, γιατί θέλω να ακούω τον εισπράκτορα να προαναγγέλλει το αύριο όπου θα είναι άλαλος και άφαντος.

Χθες βράδυ στην κατάμεστη Ομόνοια, μέσα από σπαρακτικά δάκρυα, όταν είδα την μάνα μου να γνέφει αρνητικά στον μπαλονά, υποσχέθηκα ότι αύριο θα περάσω από την κατάφωτη στοά Φέξη να θαυμάσω τα πρωτοεμφανιζόμενα ρολόγια quartz. Κουράστηκα κάθε πρωί να το κουρδίζω.
Την προηγούμενη εβδομάδα στην βόλτα με τον πατέρα μου στον Ελευθερουδάκη, λέγαμε ότι ευτυχώς που τα αυτοκίνητα έγιναν τετράγωνα και να αγοράσουμε τώρα ένα, πριν γίνουν πάλι στρογγυλά.

Σε δεκαπέντε μέρες είναι η δεύτερη επέτειος του Πολυτεχνείου και εγώ στολισμένος μαθητής σκέφτομαι τις γκόμενες, περιμένοντας έξω από το σπίτι μας στις παράγκες, τον πατέρα μου να γυρίσει εκτάκτως από την δουλειά επειδή έκαναν λέει πραξικόπημα κάτι καθίκια στρατιωτικοί και πρέπει τώρα να ακούει χαμηλόφωνα τον Θεοδωράκη, αλλά δεν ξέρει τίποτα για την θεία Λένα.


Επιλογή εικόνων και σχεδιασμός, Νίνα Γεωργιάδου

Σε λίγο έχουμε Χριστούγεννα και εγώ χτύπησα το κεφάλι μου κάτω από την σαλονοτραπεζαρία, ψάχνοντας στα κρυφά το δώρο του Άη Βασίλη.
Τον Γενάρη όμως, στα μεθεόρτια εφηβικά Χριστούγεννα ενός ενήλικα, θα πάω με το λεωφορείο να αγοράσω εκείνο το αεροβόλο που έχω βάλει στο μάτι στην Πλατεία Βάθης. Άλλωστε έχω και ταυτότητα πλέον. Με τόπο γέννησης Αθήνα. Ένας Αθηναίος που βιώνει το φως της κάθε περιόδου, της κάθε του ηλικίας.

Η Έκθεση το Πνεύμα του ‘60 / Μαρία Καλτσά



H Αθήνα του '60 στη ζωγραφική της Άρτεμης Χατζηγιαννάκη - Μια περιήγηση* σε έναν κόσμο που έφερε το αύριο


*Περιήγηση σημαίνει να ταξιδεύει κάποιος (πραγματικά ή νοητά) για να γνωρίσει ένα θέμα μέσα από στοιχεία (υπαρκτά ή φανταστικά) και να εξοικειωθεί μαζί του.
Μια περιήγηση δεν οφείλει να καλύπτει ή να αποκαλύπτει το σύνολο των πτυχών ενός θέματος.
Αντίθετα, μπορεί να εστιάζει επιλεκτικά σε πτυχές που λειτουργούν καταλυτικά στην ενεργοποίηση μηχανισμών και την πρόκληση συσχετισμών

Της Μαρίας Καλτσά (κείμενο στον κατάλογο της έκθεσης)

Η Άρτεμις Χατζηγιαννάκη με τη ζωγραφική της συνθέτει ως collage θραύσματα της μνήμης της και εικόνων που συλλέγει, και εμφανίζει με τρόπο πειστικό ως αποτυπώματα μιας συλλογικής μνήμης από την Αθήνα του '60. Μέσα από εικόνες φανταστικές μας ταξιδεύει νοητά, και μας εξοικειώνει με μια πόλη ξεχασμένη ή άγνωστη στους νεότερους. Κυρίως, όμως, η περιήγηση εστιάζει σε σκηνές, που λειτουργούν καταλυτικά για την αισθητηριακή μας ενεργοποίηση, προκαλώντας αναπόφευκτους συσχετισμούς με το σήμερα.

Το ενδιαφέρον της ζωγράφου δεν επικεντρώνεται στην απόδοση της πραγματικότητας αλλά στη ενσυναίσθησή της: οι εικόνες της ζωντανεύουν εκφάνσεις και το άρωμα της πόλης που χάθηκε ή χάνεται εντελώς. Απομονώνει σκηνές μιας Αθήνας που κατά τη δεκαετία του '60 αστικοποιείται ταχύτατα και μετασχηματίζεται έντονα μετά από μακρά περίοδο δυσκολιών. Κοινωνικά ζωντανές, φαντασιωμένες ή και βιωμένες εκδοχές του χώρου συναντώνται για να επισημάνουν επιλεγμένες πτυχές της ζωής που συνοδεύει την Αθήνα του '60.

Τα έργα είναι εξόχως αφηγηματικά: η Άρτεμις Χατζηγιαννάκη, με εργαλείο τη χαρακτηριστική της νατουραλιστική αναπαράσταση, μοχλεύει μνήμες της ως τότε αποστερημένης πόλης, που πλέον αναγεννάται, αισιοδοξεί, και αφήνεται στην απόλαυση βίωσης νέων εμπειριών. Η περίοδος είναι σημαντική: η Αθήνα αρχίζει να αποκτά μια ταυτότητα, που θα την προσδιορίσει ως σύγχρονη πόλη, και αναπτύσσει μια αστική κουλτούρα μετά από μακρά περίοδο κακουχιών και μεταπολεμικής ανασυγκρότησης. Οι πίνακές της απομονώνουν σκηνές της ζωής, και αποδίδουν διαβάσματα μικρών τόπων αλλά και εμβληματικών χώρων της ανερχόμενης πρωτεύουσας, όπου κυριαρχεί η ζωντάνια των ανθρώπων. Η αφέλεια και αγνότητα των χαρακτήρων δηλώνει την άρχουσα ευδαιμονία της εποχής και την προσμονή για ένα καλύτερο αύριο.


Επιλογή εικόνων και σχεδιασμός, Νίνα Γεωργιάδου

Αυτή η μνημονική συγκρότηση της Αθήνας του '60, που την εμφανίζει εξιδανικευμένα αισιόδοξη, ομοιογενή, και συνεκτική -αποσιωπώντας ποικιλία άλλων μεγάλων αλλαγών και αντιπαραθέσεων που ταυτόχρονα συμβαίνουν- δηλώνει εμφατικά την πρόθεση των ανθρώπων να αφήσουν πίσω τις δυσκολίες, και της πόλης να αναβαθμιστεί σε νεωτερική μητρόπολη. Τα αναγνωρίσιμα αστικά τοπία που μας συνδέουν με το σήμερα, χρωματίζονται με πλήθος ιδιωτικών στιγμών που παρεισφρέουν, όπου η ατομική απόλαυση βρίσκει αρμονικά θέση μέσα στον συλλογικό χώρο, και οι μορφές εκπλήσσουν με την άνεσή τους. 
Η παραπλανητικά αθώα όμως αφήγηση της ζωγράφου είναι στην πραγματικότητα επιτηδευμένη, και σύνθετη, ενώ η επιλογή του αφηγήματος μόνο τυχαία δεν φαντάζει στο σήμερα. Η πειστικότητα των εικόνων είναι τέτοια που δεν αφήνει αμφιβολία πως η ζωγράφος επικαλείται μια μνήμη της πόλης συνθετική και συλλογική -και όχι από προσωπική βίωση- ενώ συνειδητά τα θέματα των εικόνων αναδεικνύουν αξιακές ταυτότητες.

Είναι άραγε αυτές οι ταυτότητες επιθυμητές και επίσης δηλωτικές μιας αντιπαράθεσης με το σήμερα;  Διότι αυτή ακριβώς η πειστική αίσθηση πραγματικής απόλαυσης της πόλης που πλημμυρίζει τα έργα συγκρούεται με το σήμερα και προκαλεί αντι-αφηγήσεις, εφόσον σήμερα, στους ίδιους χώρους συχνά εκφράζεται από τους ανθρώπους η διεκδίκηση ανάκτησης τόπων που χάνονται, ή το αίτημα διατήρησης του πνεύματός τους που αδυνατίζει και χάνεται. Ειδικά για την καθοριστική δεκαετία του '60, η αναζήτηση του παρελθόντος της Αθήνας είναι σημαντική τόσο για την κατανόηση της εξέλιξης της ζωής σε αυτήν όσο και για την ερμηνεία του τρόπου άρθρωσης της σημερινής εικόνας της. Η συνδρομή της μνήμης είναι αξιοποιήσιμη σε αυτή την αναζήτηση, κυρίως γιατί ζωντανεύει το πνεύμα των ανθρώπων και των τόπων που διαμόρφωσαν τη ζωή στην πόλη, ενώ ο τρόποςπου θυμόμαστε επηρεάζει τις προσδοκίες μας και τα αξιακά συστήματα που προβάλουμε.


Με εργαλείο τη φαντασιακή της όραση, και με καλλιτεχνική στρατηγική που οδηγείται από  μια αισθητηριακή προσέγγιση και μαζί ένα ουσιώδες πολιτισμικό  περιβάλλον και έντονη κοινωνική διάδραση, η Άρτεμις Χατζηγιαννάκη δεν προσφέρει μια ρεαλιστική ή φωτογραφικού τύπου αποτύπωση της Αθήνας του '60, αλλά ένα θέατρο της μνήμης συναρπαστικό, αναπαραστατικό και αφηγηματικό. Τα έργα γίνονται αντιληπτά ως θεατρικές πράξεις, που αποδίδουν το πνεύμα της πόλης μέσα από συρραφές τόπων και ανθρώπων, προκαλώντας ισχυρές επίκτητες μνήμες ακόμη και σε όσους δεν θα μπορούσαν να έχουν βιώσει την Αθήνα τότε.

Οι πίνακες αποτυπώνουν στιγμές στην πόλη, δηλαδή την ανθρώπινη εμπειρία στον χώρο, και αιχμαλωτίζουν τις αισθήσεις χωρίς να υποβάλλουν σε νοσταλγική διάθεση. Η ζωγράφος επιλέγει περιοχές που λειτουργούν υποστηρικτικά στην εικονογράφηση, γιατί η υλικότητα είναι λιγότερο σημαντική, καθότι κυριαρχούν οι διαθέσεις των ανθρώπων που ορίζουν την ψυχή της πόλης. Και από την χαρακτηριστική αστική δεκαετία της άνθησης ποικίλων νέων πραγμάτων και εκδοχών, όπου το παλιό συναντάει την υπόσχεση για το νέο εν μέσω τεράστιων ανατροπών και αντιπαραθέσεων, επιλέγει να αναδείξει τη διάθεση των ανθρώπων, σε μια πόλη που φαντάζει αισιόδοξη, συνεκτική, και ατενίζει προς το μέλλον.

Οι συνειρμοί είναι αναπόφευκτοι και οδηγούν απροκάλυπτα σε σύγκριση: στις ίδιες περιοχές της Αθήνας του σήμερα, ένα μεγάλο ζητούμενο είναι το χώνεμα ποικίλων, πολυδιάστατων, έντονων πρόσφατων εμπειριών από τις “πολλές μικρές Αθήνες” (κατά τον Ευάνθη Χατζηβασιλείου), που αναζητούν τόπους για να ζυμωθούν και τρόπους για να εκφραστούν και να συνδεθούν. Μέσα σε διαρκείς και γρήγορους μετασχηματισμούς, και μεγάλες μετακινήσεις, η ψυχή της πόλης δεν προλαβαίνει να ριζώσει και χάνεται σε τοπία εφήμερα ή τοπία χωρίς ουσία. Ακόμη και απούσης μιας βέβαιης υπόσχεσης σήμερα για το αύριο, η ματιά της Άρτεμης Χατζηγιαννάκη θυμίζει πόσο είναι πολύτιμο να αποκαλύψουμε την ψυχή της, που μπορεί να κρύβεται στα υλικά και μη, χαρακτηριστικά των τόπων της, και στους ανθρώπους της.

Η Έκθεση το Πνεύμα του ‘60 / Βαΐου - Γιοχάλας



Όψεις της Αθηναϊκής Ζωής στη Δεκαετία του ʼ60


Των Ζωής Βαΐου και Θανάση Γιοχάλα (κείμενο στον κατάλογο της έκθεσης)

Το πινέλο οδηγεί τη μνήμη, αναπαριστώντας την πραγματικότητα. Οι φωτογραφικές αποτυπώσεις γίνονται υδατογραφίες, από τις οποίες αναδύεται, μέσα από την ελεγχόμενη ρευστότητα των χρωμάτων, η πόλη. Περίπατοι και διαδρομές, αφίξεις και αναχωρήσεις, στάσεις σωμάτων μέσα στην κίνηση του πλήθους, άνθρωποι που εντάσσονται δυναμικά στο αστικό τοπίο.

Η Αθήνα της δεκαετίας του ‘60 είναι ο κόσμος που οριοθετεί η παρούσα ενότητα των έργων της Α. Χατζηγιαννάκη.
Αναγνωρίσιμα τοπόσημα, όπως η Ομόνοια, το Μοναστηράκι, η οδός Πανεπιστημίου, ο Σταθμός των υπεραστικών λεωφορείων Πελοποννήσου, παράγουν τις ηχητικές εικόνες ενός πολύβοου, αεικίνητου, πολύχρωμου ανθρώπινου ποταμού, που ξεχύνεται από παντού και κατακλύζει δρόμους, πεζοδρόμια, σκάλες, πλατείες, αποβάθρες. Αθηναίοι και επαρχιώτες, κοστούμια, ταγιέρ-κάπου διακρίνεται μία κομψή αεροσυνοδός- μοντέρνα αξεσουάρ της γυναικείας και ανδρικής ένδυσης, μαζί με πλεκτά κοφίνια και στραβοβαλμένες τραγιάσκες, γεμίζουν ασφυκτικά την ζωγραφική επιφάνεια και δίνουν ταυτότητα στις ανώνυμες φιγούρες που συνθέτουν τον ανθρώπινο ιστό της ζωντανής, της εξωστρεφούς πόλης.
Το βλέμμα της ζωγράφου μαγνητίζουν χαρακτηριστικοί τύποι των δρόμων, αναπόσπαστα δεμένοι με την καθημερινότητα της εργασίας ή την ανέμελη αργία.

Σκυμμένοι λούστροι πάνω σε σκονισμένα παπούτσια, εξυπηρετούν τη σταθερή πελατεία τους και διεκδικούν τους βιαστικούς περαστικούς με την ταχύτητα και το χαμόγελό τους. Στο πλάι ο κουλουράς με την τάβλα του γεμάτη, διαχρονικό σήμα κατατεθέν του κέντρου της Αθήνας.

«Εδώ τηλεφωνείτε» · ενημέρωση-πρόσκληση στο καλαίσθητο ξύλινο περίπτερο, το οποίο εκτός από την καθημερινή έντυπη ενημέρωση ή τους συνήθεις γλυκούς πειρασμούς διαθέτει και το θέλγητρο της τηλεφωνικής επικοινωνίας. Είναι ίσως το μόνο στοιχείο που το διαφοροποιεί από το σύγχρονο περίπτερο, οργανικά δεμένο πάντα με την ζωή της πόλης.

Ο υπαίθριος παγωτατζής της ΕΒΓΑ με το κινητό «κατάστημά» του ανασύρει αναμνήσεις ανυπόμονης προσμονής και γευστικής απόλαυσης · τα παιδιά της δεκαετίας του 60΄ θυμούνται και χαμογελούν...

Ο τροχονόμος, βασιλιάς στον θρόνο του, δέχεται τα χριστουγεννιάτικα δώρα των συμπολιτών του, με την κεκτημένη επαγγελματική στάση του σώματός του, σ’έναν δρόμο όπου... απουσιάζουν τα αυτοκίνητα.

Με φόντο της αρχαίες κολώνες (ναός του Ολυμπίου Διός) ο υπαίθριος φωτογράφος απαθανατίζει τη φιλαρέσκεια, αιχμαλωτίζει τον χρόνο και αποθηκεύει υλικά της μνήμης.

Στη συλλογική μνήμη της πόλης όμως, εγγράφεται και η αποθέωση του ελληνικού σινεμά. Συνωστισμός στον κινηματογράφο ΙΝΤΕΑΛ της οδού Πανεπιστημίου για τα «Κόκκινα Φανάρια», όπου η υπόμνηση-απαγόρευση «Αυστηρώς ακατάλληλον» λειτουργεί ιδιαιτέρως θελκτικά για το φιλοθεάμον κοινό.

Η αυξανόμενη εμπορική κίνηση του κέντρου της Αθήνας δηλώνεται εμφατικά με την πληθώρα των διαφημίσεων, που φιγουράρουν στις προσόψεις των κτιρίων, με τον εποχούμενο, χαρωπό Αη Βασίλη του Μινιόν, με τις κατάφωτες βιτρίνες, ασφυκτικά γεμάτες με ετερόκλητα είδη κατανάλωσης, όπου το κιτς προκύπτει από την αναφομοίωτη, πλην επιτακτική ανάγκη του εκμοντερνισμού.

Στην ίδια ανάγκη και στην άνοδο του βιοτικού επιπέδου οφείλεται και η ολοένα αυξανόμενη παρουσία των αυτοκινήτων στους δρόμους της Αθήνας. Το κόκκινο κάμπριο «κατσαριδάκι» τρέχει ανάμεσα στα κίτρινα τρόλλεϋ, τα μπλε λεωφορεία, προσπερνάει το ασθμαίνον τραμ, κινείται ορμητικά προς το αύριο.
Παράλληλα η κυριακάτικη εκδρομή με το παμπάλαιο φορτηγό, φορτωμένο με τη γιορτινή ελαφρότητα της σχόλης, επιμένει σ’ένα παρελθόν με ημερομηνία λήξης.

Αντίθετα, η δυναμική αρχιτεκτονική γραμμή του ξενοδοχείου ΧΙΛΤΟΝ είναι η προβολή στο πολλά υποσχόμενο μέλλον της πόλης, η οποία σπεύδει να διαγράψει το παρελθόν της, ζαλισμένη από τις αναθυμιάσεις της φρέσκιας μπογιάς των νεόδμητων πολυκατοικιών, που απωθούν σιγά-σιγά τα αρώματα των ανθισμένων αυλών.

Οι πίνακες της Α. Χατζηγιαννάκη κατάφεραν να μας ταξιδέψουν πίσω στον χρόνο, τότε που διαμορφώνεται η σύγχρονη Αθήνα, τότε που το παλιό με το καινούργιο συνυπάρχουν· πολύ γρήγορα όμως το πνεύμα της εποχής, με κεντρικό το αίτημα του εκμοντερνισμού, θα επιβάλει χωρίς σχεδιασμό και περίσκεψη το νέο πρόσωπο της πρωτεύουσας. Εντούτοις οι άνθρωποι που ζουν και κινούνται στους δρόμους, στο εμπορικό κέντρο και στις παρυφές της πόλης εκπέμπουν αισιοδοξία και δυναμισμό. Απολαμβάνουν το παρόν και καλωσορίζουν το μέλλον.

Οι επιλεγμένες αποτυπώσεις της καθημερινότητας, από το ευαίσθητο βλέμμα και το σταθερό χέρι της ζωγράφου, πέτυχαν να αποδώσουν συναισθήματα, χρώματα, γεύσεις ακόμα, σ’αυτό το παλλόμενο tableau vivant, που αποδίδει ρεαλιστικά και αισθαντικά την ατμόσφαιρα της Αθήνας στη δεκαετία του ‘60.

Τα έργα της Α. Χατζηγιαννάκη προσφέρουν στον θεατή, τροφή για σκέψη, αφορμή για αναστοχασμό και αισθητική απόλαυση. Δεν είναι μόνο μία έκθεση ζωγραφικής, είναι οι πράξεις ενός σπονδυλωτού, ζωηρού και πολυσήμαντου θεατρικού έργου, όπου ο καθένας μπορεί να βρει τη θέση του στα δρώμενα της πόλης και να παίξει στη σκηνή της μνήμης.

  Copyright © 2019 / Άρτεμις Χατζηγιαννάκη ~ Artemis Chatzigiannaki